`

ΑΓΑΛΜΑΤΑΚΙΑ ΑΚΟΥΝΗΤΑ,ΑΓΕΛΑΣΤΑ,ΜΕΡΑ 'H ΝΥΧΤΑ;;..

Μέσα στην αϋπνία και την ζάλη μου βρήκα τα ψήγματα κουράγιου που θα με ακολουθήσουν στις 5:30 π.μ. στον περίπατό μου.
Αγκαλιά με την “Zizel και φορώντας ένα ροζ λεπτό πουλόβερ ξεκίνησα έχοντας εντονότερη συντροφιά τον πόνο στον αστράγαλο μου. Ο δροσερός αέρας και οι χειμωνιάτικες εικόνες περιπλανούσαν γοητευτικά την εμμονή μου για τον...
χειμώνα και ιδιαίτερα για αυτόν που έρχεται.
Ήταν άδεια η Ηρώων Πολυτεχνείου. Οι άνθρωποι της πόλης μου ακόμα δεν είχαν εμφανιστεί. Τα αδέσποτα ζώα στη γειτονιά του πατρικού μου όμως, μέχρι να απομακρυνθώ από το Δημοτικό Θέατρο, με διασκέδασαν σαν τους ξεχασμένους φίλους μου. Άκουγα ψιθύρους παραπόνων και όταν γύρναγα απότομα πίσω, εκείνα σαν αγάλματα έμεναν ακίνητα, αλλά τα μάτια τους έφερναν μικροσεισμούς συναισθημάτων. Σαν να ένιωθαν την μελαγχολία μου και να ήθελαν να απαλύνουν τους πόνους μου. Εξωτερικούς και εσωτερικούς. «Αγαλματάκια ακούνητα, αγέλαστα, μέρα ή νύχτα;» Αυτό το παιχνίδι έπαιζαν στην αυλή του Δημοτικού σχολείου η Ελένη, η Μάρω, ο Άρης και όλη η τάξη μου. Σήμερα για πρώτη φορά το έπαιξα και εγώ.

Για λίγο ένιωσα πως είναι Φθινόπωρο και μια κραυγαλέα εικόνα τρύπησε το μυαλό μου: Ξύπνησα ένα Κυριακάτικο πρωινό του Νοέμβρη με αίσθηση βαθιάς και ανεξήγητης αισιοδοξίας. Κρατούσα ένα βιβλίο στο χέρι και έκανα βόλτα με έναν άγνωστο άντρα στη Μαρίνα του Φλοίσβου, ο οποίος είχε για πρόσωπο θολό πάγο και για χέρια ημιδιάφανες εξοχές. Όλα καλά θα πάνε, έλεγα και ξαναέλεγα σε έναν εαυτό που φαίνεται ο πιο διαφορετικός των τελευταίων 22 χρόνων, αλλά και ο πιο κοντινός σε αυτό που θέλω να είμαι.

Τσαλάκωσα για λίγο την εικόνα μου, με τον φόβο πως αυτός ο ενθουσιασμός θα με εξουσίαζε. Έσκισα την φωτογραφία του μυαλού μου και εκείνη με μαγικές ικανότητες επέστρεφε ενωμένη. Εντυπωσιάστηκα με το πείσμα της και απλά θα αναμένω. Θα αναμένω για όλους μας έναν χειμώνα συνώνυμο της Κάθαρσης, της Λύτρωσης και της Ελευθερίας. Έχοντας πάντα λίγη Σοφία μέσα μας, ώστε να βλέπουμε καθαρά για ποιους πραγματικούς ανθρώπους, πραγματικά υπάρχουμε…
________
Τοποθεσία: Οδός 34ου Συντάγματος Πεζικού, Πειραιάς

Στ᾿ Ἀστεῖα Παίζαμε!

Νύχτες ἀτέλειωτες παίζαμε, μακριὰ ἀπ᾿ τὸ φῶς τῆς ἡμέρας
Μήπως πέρασαν χρόνια; σαπίσαν τὰ φύλλα τοῦ ἡμεροδείχτη
Δὲ βγάλαμε ποτὲ καλὸ χαρτί, χάναμε· χάναμε ὁλοένα
Πῶς θὰ φύγουμε τώρα; ποῦ θὰ πᾶμε; ποιὸς θὰ μᾶς δεχτεῖ;

Δῶστε μας πίσω τὰ χρόνια μας δῶστε μας πίσω τὰ χαρτιά μας
Κλέφτες!
Στὰ ψέματα παίζαμε!

Τὸ πρωΐ

Τὸ πρωὶ
Στὶς 5
Ὁ ξηρὸς
Μεταλλικὸς ἦχος
Ὕστερα ἀπὸ τὰ φορτωμένα καμιόνια.
Ποὺ θρυμματίζουνε τὶς πόρτες τοῦ ὕπνου.
Καὶ τὸ τελευταῖο «ἀντίο» τῆς παραμονῆς
Καὶ οἱ τελευταῖοι βηματισμοὶ στὶς ὑγρὲς πλάκες
Καὶ τὸ τελευταῖο σου γράμμα
Στὸ παιδικὸ τετράδιο τῆς ἀριθμητικῆς
Σὰν τοῦ μικροῦ παραθυριοῦ τὸ δίχτυ
Ποὺ τεμαχίζει μὲ κάθετες μαῦρες γραμμὲς
Τοῦ πρωινοῦ χαρούμενου ἥλιου τὴν παρέλαση.
________

Μανόλης Αναγνωστάκης

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...