Το Παρίσι της ταιριάζει περισσότερο. Ευρωπαία, Γαλλίδα, με εφόδιο λίγα ελληνικά, βρέθηκε στην Αθήνα από την αρχή της κρίσης καλύπτοντάς την για διάφορα ειδησεογραφικά Μέσα της πατρίδας της. Συνεργαστήκαμε, γνωριστηκάμε στη Συρία. Γυναίκα όμορφη, περπατά και τρίζει η γη.
Σίγουρη για το βήμα, απο εκείνες που πέφτεις (μπορεί και να σε σπρώχνουν) στο γκρεμό και σου λένε, είμαστε στον ασφάλτινο δρόμο, στον αμαξωτό, αγαπητέ μου, κι εσύ συμφωνείς χαρούμενα. Αυτή είναι η Αλέξια, με τα μεγάλα εκφραστικά μάτια, το λευκό δέρμα και την υπεροψία της Γαλλικής φυλής. Ξέχασα, και το ερωτικό χαμόγελο.
Πώς αλλιώς, Γαλλίδα. Με μιά μικρή διαφορά, ο πατέρας είναι Καλυμνιός. Έ, όταν η τρέλλα του ψαρά (μασούρια οι δυναμίτες) συναντά την διανόηση του Γάλλου σου χαμογελά η Α.
Μεγάλα τα Μέσα που δουλεύει. Γρήγορα επιβλήθηκε στο μικρό χώρο μας. Ελλάς -Γαλλία – Συμμαχία, άλλωστε. Συνεντέυξεις με πρωθυπουργούς, ανοικτή επικοινωνία με υπουργούς, συναντήσεις με κόσμο που κινεί τα νήματα. Οι μέρες -μα και οι νύχτες της- φορτωμένες, τόσο που δεν τις ξεχωρίζει.
Δυο στιγμές κρατώ έντονα στην μνήμη μου. Μια πρόταση που δεν λέει να ξεθωριάσει είναι για την Δημοκρατία που, όπως λέει, δεν είναι σαν τον στιγμιαίο καφέ. Ζάχαρη, νερό, ανακάτεμα και έτοιμος. Η Δημοκρατία θέλει ουσιαστική και συνεχή δουλειά. Αν και είμαστε ο τόπος που πρωτοδοκιμάστηκε, είμαστε και ο τόπος που καθημερινά την πληγώνει. Η χώρα που την αναιρεί την στιγμή που την εκθειάζει.
Η δεύτερη έχει να κάμει με την χαμηλή αυτοεκτίμηση του Έλληνα. Νιώθαμε πως είμασταν οι παρακατινοί στο σύνολο της Ευρώπης. Με το παιγνίδι της πολιτικής τώρα είμαστε ακόμη χειρότεροι. Πιστεύαμε πως ό,τι έκαμαν οι ξένοι ήταν εκ των προτέρων καλύτερο. Τώρα, ούτε να εκφράσουμε άποψη δεν μπορούμε.
Στην αρχή διαφώνησα, μα η καθημερινή τριβή μου στο πεζοδρόμιο μέσα από την οπτική διάσταση που έδωσε η Ελληνογαλλίδα φίλη με έκανε να δω πιο εύκολα την εξέλιξη μας. Τώρα, εκείνη βγαίνει ζωντανά και ενημερώνει το Γαλλόφωνο κοινό της στο κόσμο.
Η ιστορία της Ελλάδας, η ζωή μας, έχει γίνει κάτι σαν καθημερινό reality σε όλο τον πλανήτη. Εμείς από την άλλη, περιμένουμε μιά ακόμη δόση. Το θέμα είναι τα ευρώ. Τα φράγκα.
Το ενδιαφέρον στην ιστορία είναι η κοινή πια σκέψη. Η Αλέξια είναι με το βλέμμα στραμμένο στην πατρίδα της. Με τα μάτια να λάμπουν όταν σκέφτεται τον πύργο του Άιφελ, λες και φτιάχτηκε για αυτήν.
Μα και οι Έλληνες που συναντώ, που είναι κοντά, γύρω από τα χρόνια της. Είναι πια αναχωρητές.
Δεν έχουν κάτι που να τους κρατά, να τους δένει με αυτό που λέμε πατρίδα. Μάλιστα, ακούω όλο και συχνότερα: δεν φεύγω μα με διώχνουν. Δεν είναι που ψάχνω στα σκοτεινά και δεν αγγίζω τίποτε, είναι που δεν υπάρχει ούτε καν εκείνη η ελπίδα που λέμε αυτή που.πεθαίνει τελευταία.
