`

Μετανάστης ξανά ο Έλληνας


Κι αν το μέλλον αγγίζει τρυφερά το παρελθόν;
«Αγαπημένη μου,
 είναι στιγμές που το παρελθόν γυρνά σαν φιλμ μέσα τα μάτια μου, ο χρόνος σταματά.
 Κάθε φόρα που μένω μόνος το μυαλό μου φτιάχνειστήνει ένα τρελό γαϊτανάκι
 σκέψεων και σεναρίων
… Μου λείπεις…» Γ.Κ.  1954.



Χρόνια τώρα μαζεύω καρτ ποστάλ. Παλιές κάρτες που ξέμειναν έπειτα από μακρινά ταξίδια. Κουράστηκαν από ατέλειωτα χιλιόμετρα διαδρομής και βρήκαν στο μυαλό και στο σπίτι μου μια ουδέτερη ζώνη.
Μια μη συναισθηματική εμπλοκή. Υπήρχαν εποχές που οι άνθρωποι έβλεπαν την ξενιτιά μονόδρομο. Μπάρκαραν, μιας και οι αεροπορικές πτήσεις  ήταν σπάνια ιστορία, και έφταναν σε τόπους άγνωστους. Με κίνητρο την επιβίωση. Όχι μοναχά τη δικιά τους, μα όλων των άλλων που άφηναν πίσω.
Ο μετανάστης, έτσι κι αλλιώς, δίνει εκείνο το κομμάτι της ζωής του. Το ανταλλάσσει.
Τρομερό και συνάμα τραγικό  ζήτημα η απραξία. Ξεπέφτεις στα μάτια της κοινωνίας που σαν αράχνη αρχίζει να σε πνίγει και να σε πίνει. Δεν είναι μόνο το οικονομικό που σου τσακίζει όλη την ύπαρξη. Είναι και ένας περίγυρος ανθρώπων που περιμένει και τις περισσότερες φορές σπρώχνει για τις αλλαγές.  Στην πρώτη φάση υπάρχει ο γνωστός ή ο συγγενής που έχει πετύχει. Στο μυαλό μας. Στην ουσία μπορεί να πλένει πιάτα, μα είναι εκεί. Μας περιμένει. Όλα τα άλλα δε μπαίνουν στην ζυγαριά των σίγουρων συναισθημάτων.


Ξεκινάς, λοιπόν, αφού έχεις μαζέψει αποσκευές στις οποίες όλοι έχουν παραχώσει τα δικά τους «θέλω» και στα έκαμαν δικά σου «πρέπει». Πρέπει  να πετύχεις. Στον καινούριο σου τόπο ο χρόνος κυλά με διαφορετική ταχύτητα.  
Ο καμβάς της ζωής σου αποκτά έντονο χρώμα, κόκκινο. Η μέρα γίνεται νύχτα, αφού το μόνο που βλέπεις είναι, η a priori δεδομένη, επιτυχημένη διαδρομή σου.
Η  ευτυχία εκείνων που έμειναν στο μουράγιο κουνώντας τα μαντήλια.  Τετριμμένο, θα πεις. Μα σήμερα, όπου σταθώ αυτό το τετριμμένο είναι το καθημερινό.  Από παντού ο ψίθυρος που ακούω είναι ένα φεύγω, θα φύγω.
 Ως και o αλβανός σιδεράς της γειτονιάς μου, Κώστας στην Ελλάδα, Μαρεγκλέν στα μέρη του(από τα αρχικά Μαρξ, Ένγκελς και Λένιν τιμή από το καθεστώς της εποχής)  άφησε το σπαστό φραπεδάκι του. Η ζωή τον έβγαλε στην πόλη του τηλεοπτικού καναλιού «Αλ Τζαζίρα». Τι ειρωνεία, όμως, ήθελε να μένει σε νησί. Από τα βουνά της βόρειας Αλβανίας από το Κούκσι, το σκεφτόταν. Και τώρα στη Ντόχα, στο Κατάρ. «Αλ Τζαζίρα», θα πει νησί. Σιδεράς κι εκεί, περιθώρια για μερεμέτια δεν υπάρχουν, ότι είναι να γίνει θα γίνει σωστά. Στην Αθήνα, στον τόπο που αγαπά όπως λέει, αυτά που μένουν πίσω είναι πιο πολλά. Κλείνεις μια δουλειά  και περιμένεις ένα νέο κύκλο με τον μάστορα που την ανέλαβε.
Εδώ στο δικό μας τόπο, γιατί δεν σκεφτήκαμε να κάνουμε καλιμέντο, να δουλέψουμε λίγο πιο σκληρά, να ματώσουμε, μα περιμέναμε να μας δοθεί  από τον Θεό ή εάν υπάρχει, απ’ την η θεά Κάλι η τύχη της ξαφνικής, αναπάντεχης επιτυχίας. Μα αυτή ζει σε άλλη χώρα, οπότε ας μην την ψάχνω – και ειδικά τώρα.
Όσο πηγαίνει το καράβι καλά μην αλλάζεις ρότα, πόσες φορές δεν το άκουσα αυτό. Μα  η πορεία που ήταν για την ξέρα δεν ήταν χαραγμένη  ούτε στον χάρτη. Αυτή η ιδιόμορφη Τζαμαχιρία της χώρας μας. Η ομορφιά, η μαγεία των κανόνων που μπορούμε να ξεπερνάμε, να στήνουμε νέες δομές, νόρμες άγραφες και αυτές – και μετά ξανά απ’ την αρχή.
Αν μπόρεσαν οι πρόγονοί μας να φτιάξουν και να αφήσουν κάτι, ήταν η σκληρή δουλειά μα και οι δεδομένοι, συγκεκριμένοι κανόνες στο παιγνίδι της νέας καθημερινότητας που επέλεξαν.
Οι ψίθυροι έγιναν φωνές. Βαλίτσες ετοιμάζονται και πάλι. Λίγη σημασία έχει το κοντά και το μακριά. Ένα κρατώ από μια στιχομυθία, «βιάζομαι να φύγω», λέει.
«Αν την «κάνω» τώρα, υπάρχει ο μηχανισμός στα διαβατήρια στο αεροδρόμιο. Σε λίγο καιρό πού ξέρεις αν δουλεύει κάτι. Θα ξεμείνω εδώ σε ένα τόπο που εάν δεν βρέξει θα ξεραθούν και τα δέντρα».
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...