`

Σας Γράφω στις Πατούσες μου


Πάντοτε ως παιδί θυμάμαι να με μαλώνουν οι δικοί μου, γιατί είχα την κακή συνήθεια να κυκλοφορώ ξυπόλητος, χειμώνα-καλοκαίρι.«Φόρα επιτέλους παπούτσια, παιδάκι μου! Φόρα τις παντόφλες σου, θα κρυώσεις και μετά θα σε πονάνε τα λαιμά σου!»

Εκτός του ότι δεν έβρισκα τίποτα απολύτως αρνητικό στο να κρυώσω (θα έχανα και σχολείο- ποιος φυλακισμένος θα έλεγε όχι σε μερικές μέρες εκτός κελιού;) δεν έβρισκα και κανένα άλλο λογικό επιχείρημα απέναντι στο δίκαιο Κίνημα Απελευθέρωσης των Πατουσών μου.
Τότε δεν είχαμε internet, για να μπορέσω να επισυνάψω- στο βαρυσήμαντο e-mail που θα έστελνα στους γονείς μου- μερικά links με άρθρα και αναλύσεις για το πόσο ευεργετικό είναι ιατρικώς το ξυπόλητο περπάτημα. Δεν γνώριζα ακόμα για τον ξυπόλητο Σωκράτη –για να έχει και φιλοσοφικό υπόβαθρο η στάση μου- δεν είχα δει ακόμα το «Ξυπόλητο Τάγμα» – για να προσθέσω κάτι αληθινά ηρωικό και συγκινητικό, με αναφορές στην Τέχνη.
Ήθελα μόνο να περπατώ ξυπόλητος.
Τόσο απλό.
Όσο απλά θέλει κάτι ένα παιδί.
Θα πρέπει να τους είχα αποτρελάνει όλους, γιατί όποτε έβρισκα την ευκαιρία, έβγαινα χωρίς παπούτσια ακόμα και έξω στον δρόμο. Πεταγόμουν μέχρι το ψιλικατζίδικο να πάρω το καινούριο Ποπάυ- ή το Σεραφίνο και τη Βαβούρα- και προσποιούμουν πως απ’ τη χαρά μου είχα ξεχάσει να φορέσω κάτι στα καχεκτικά μου ξυλοπόδαρα.
Δε με πτοούσε η θέα των κατάμαυρων ποδιών- ίσα-ίσα έμοιαζε μ’ ένα αηδιαστικό παράσημο. Δε με πτοούσαν ούτε τα σπασμένα γυαλιά – αυτά έμαθα να τα αποφεύγω, όσο μπορoύσα- ούτε τα κακαδάκια του Μπούμπυ, που η κυρία του ποτέ δεν έμπαινε στον κόπο να τα μαζέψει.
Μόνο μια χρησιμοποιημένη σύριγγα στο απέναντι δασάκι, με πανικόβαλε μια μέρα. Οι σύριγγες –όπως και τα φίδια, αλλά και τα Μαθηματικά – ήταν πάντοτε οι μεγάλες μου φοβίες.
Από τότε σταμάτησα να περπατώ ξυπόλητος στο δρόμο (έμεινα να το κάνω μόνο στο σπίτι, όταν έλειπαν οι γονείς μου) και προσαρμόστηκα αναγκαστικά στην πρακτική των άλλων. Βρήκα παρηγοριά στα παπούτσια του Air Jordan- γιατί μου άρεσε να παίζω μπάσκετ- τα οποία κυκλοφορούσαν και σε πέδιλο, γιατί υπήρχαν εποχές που δεν είχαμε πολλά χρήματα και τα έλιωνα μέχρι το μεγάλο μου δαχτυλάκι να βγει περήφανο από το δερμάτινο σχέδιο της Nike και να φωνάξει  “FREEDOM (είχα αρχίσει ήδη να μαθαίνω αγγλικά κι εκτός από τα “This is a cat”, “My name is Peter” , “How are you today?”, είπα να μάθω και καμιά χρήσιμη λέξη μόνος μου. Ξεκίνησα από το Freedom. Θα μου χρειαζόταν στην υπόλοιπη ζωή μου.)
Μετά από τριαντακάτι χρόνια σ’ αυτόν τον αγχωμένο πλανήτη, κάνω το απαραίτητο διάλειμμα από τη χούντα των παπουτσιών μόνο τα καλοκαίρια. Εκεί αποκτώ ξανά το γνώριμο μαύρο χρώμα στις ροδοκόκκινες τρυφερές πατούσες μου, εκεί αφήνομαι στο μασάζ που μου κάνουν δωρεάν τα όμορφα βότσαλα της παραλίας – εκείνα τα ίδια, που όταν τα καίει ο ήλιος, με κάνουν να τρέχω σαν μια κοντόχοντρη εκδοχή του Usein Bolt προς το νερό για να τα δροσίσω. Για όσο κρατούν οι διακοπές μου, κάπου θα χάσω τα παπούτσια μου, αυτό είναι σίγουρο – κι ενίοτε δυσκολεύομαι να τα βρω μετά, γιατί δε μπορείς να τα πάρεις τηλέφωνο, να κάνουν ντριιιν και να τα εντοπίσεις.
Ναι, σ’αυτόν τον κόσμο που ζούμε είναι παράλογο να περπατά κανείς ξυπόλητος. Είναι επικίνδυνο. Οι δρόμοι είναι αφιλόξενοι.
Όλα είναι αφιλόξενα, τώρα που το σκέφτομαι.
Σε τελική ανάλυση, γιατί να το κάνεις. Εδώ οι άνθρωποι φορούν γραβάτες και κουστούμια, ταγιέρ και στενά τζην και τα συνδυάζουν με διάφορα σχέδια παπουτσιών- που πολλά τους είναι και πανέμορφα, οφείλω να το παραδεχτώ.
Εδώ όλοι βιαζόμαστε, εδώ όλοι είμαστε σοβαροί, εδώ όλοι έχουμε υποχρεώσεις, έχουμε χρέη, έχουμε σάπιες κοιλιές να μας διοικούν. Όλοι φορούν παπούτσια. Ακόμα και οι πολλοί φτωχοί. «Κι έχε το νου σου, μη γίνεις εσύ πολύ φτωχός. Ας γίνουν οι άλλοι , όχι εσύ!»
Κι όσο κυλά η ζωή, έτσι αδιάφορα, φοβιστικά κι ανώφελα, όλο και πιο συχνά το σκέφτομαι… Σκέφτομαι να πω «Σας γράφω στις πατούσες μου» – σε κείνες τις κατάμαυρες, τις κάποτε σκληραγωγημένες- και να χαθώ για ώρες στο παιχνίδι μαζί με όλη την παλιοπαρέα. Μαζί με τα παιδιά που έγιναν υπάλληλοι, λογιστές, στελέχη, νοικοκυρές, άνεργοι και μετανάστες. Που σήμερα φοβούνται, απογοητεύονται και απλώς περιμένουν. Μαζί μ’ εκείνους που και τι δε θα ‘διναν – έτσι από τρέλα και παρόρμηση – να τα γράψουν ξανά όλα στα κατάμαυρα ποδάρια τους.
ΥΓ. Η «Ξυπόλητη Ντίβα», η Cesaria Evora, έφυγε από κοντά μας στα 70 της χρόνια. Δεν ήθελε να φορά παπούτσια. Τα πλούτη και η δόξα ήρθαν ξαφνικά, σε μεγάλη ηλικία. Τη βρήκαν ώριμη και συνειδητοποιημένη. Συμβολικά έμενε πάντοτε ξυπόλητη για να υπενθυμίζει – σε όποιον έδινε σημασία- πως οι συμπατριώτες της πίσω στο Πράσινο Ακρωτήρι πεινούσαν και δεν είχαν ούτε παπούτσια να φορέσουν. Οι θιασώτες του marketing λάτρεψαν την ταμπέλα της «Ξυπόλητης Ντίβας». Είχαν έτοιμο τον ιδανικό τίτλο για να την πουλήσουν ως έθνικ φιγούρα σε κάθε ενδιαφερόμενο. (La Diva Aux Pieds Nus (1988) , ο δίσκος που της χάρισε το προσωνύμιό της).
Η Cesaria κουράστηκε. Μετά την εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς επέστρεψε στο νησάκι της, στη Δυτική Αφρική, για να πεθάνει εκεί. Περήφανη, αξιοπρεπής, ελεύθερη. Περπάτησε για τελευταία φορά στα χώματα που αγάπησε. Κι ας λέρωνε τα πόδια της. Κάποιες πανάκριβες ξιπασμένες γόβες μπορεί να ντρέπονται για τους δικούς τους πονεμένους συμπατριώτες, κάποια γυμνά κουρασμένα αφρικάνικα πόδια δεν τους απαρνήθηκαν ποτέ.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...