`

ΑΓΡΥΠΝΗ Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΟΤΑΝ ΔΙΝΕΤΑΙ...

Ένα καστρόσπιτο επάνω στον πληγωμένο βράχο ήσουν όταν σε βρήκαν άδολα πλάσματα,
σε έφεραν ως εμένα οι ήχοι από το τουρέ των φυλών του Αμαζονίου...

τα τεράστια λαγούτα των Τυνησίων αντρών με τουρμπάνια ανεπίσημα,
οι κιθαρωδοί που ερωτεύτηκαν μελαχρινές κοπέλες.
............
Κι άρχισα να ακούω μουσικές που δεν γνώριζα,
να αντικρύζω χώρες που δεν είχα ακούσει και πολύτιμους λίθους μάζευα από ποτάμια κόκκινα.
(Φόρα το διαμάντι, αυτό θα σε κάνει αόρατη), είπες κι είχες το στόμα μπουκωμένο από πορφυρό ήλιο.
Μου δωσες καρπούς άγριους να μασώ,
τους έβαλα σαν φτερά στα πλάγια της μασχάλης.
............
Άρχισα να τρέμω ανυπόμονα, μαθαίνοντας τις ιδιότητες των καμμένων αρωματικών ρητίνων της Ανατολής.
Με το λιβάνι μετανάστευσα στον μυστικισμό,
με το μπαχάρι ξύπνησα όλους τους εραστές που είχα φυλάξει για μετά, στα ύστερα της ζήσης μου.
Μάζεψα βιολέτες και τις έκαψα καίοντας όλους τους έρωτες που με είχαν κάψει πρίν.
Ο μόσχος άνοιξε την πόρτα στο μυαλό μου,
κι εγώ σαν ένα γιγάντιο κοχύλι με άνοιξα να με δείς.
Να δείς τα μυστικά μου γιατί πολύ το άξιζες,
λούστηκα χένα και έβαψα τα δάχτυλα μου με σύμβολα και σημάδια αναγνωριστικά μονάχα για εσένα.
...............
Εσύ που έμοιαζες απέραντος στην βιάση που χε πάρει ο ουρανός,
την αγριάδα που πήρε το στόμα η θάλασσα ξερνώντας άσπρες γλώσσες γιγάντιες,
εσύ που έμοιαζες θεός σαν αυτούς που μικρή καλούσα όταν με λίγωναν οι φόβοι.
..............
Δέρμα διάφανο, να βλέπω από κάτω τις φλέβες σου,
να θαυμάζω τον ύπνο σου νανουρίζοντας σε στα χέρια μου,
να εφευρίσκω τραγούδια Θιβετιανών μοναχών να σημαδεύουν τα βλέφαρα σου.
.............
Έτρεμα μήπως δεν σου άρεσαν κάποια σονέτα που έβαφα με λέξεις και χρώματα,
τα έφτιαξα μια νύχτα που έπρεπε να σε αφήσω ,να συνοδεύουν τον ήχο του σιωπηλού σου δωμάτιου,
τον ήχο που έβγαινε από το στόμα σου σαν κυκλωμένο ρόδο από μέλισσες.
...........
Το δέρμα μου φώτισε σαν το άγγιξες,
οι κρατήρες του σώματος μου ούρλιαξαν όταν αντάμωνα με τα μάτια σου επάνω μου,
έγινε η ματιά μου ικέτης, μην σταματάς τις ιερές τελετές που έκανες για μένα,
πάνω μου, μέσα μου,
πίσω από εμένα,
πίσω από τον χρόνο που ναι καυτό σίδερο στην καρδιά μου και όσα είχα ως τότε δεί,
μέσα στον πορφυρό οντά μου.
...............
Κι έδωσες εντολή σε παρθένες κόρες να κεντήσουν στα σεντόνια μου παραστάσεις ολάκερες από έρωτα,
πετράδια πράσινα και διαυγή,
να αρωματίζουν τα όνειρα μου,
(ΑΧ, μείνε όμορφη, όπως δεν βρέθηκες πριν έτσι να είσαι),
μου είπες κι έγινα ασημένια σελήνη στο μπράτσο σου επάνω σαν φιλί.
.............
Θυμήθηκα καθώς πάλευα μαζί σου ανυστερόβουλα,
εκείνη την μάχη των θεών και των Γιγάντων φτιάχνοντας τα χωρίς κόπο από την αρχή,
ταξίδεψα μαζί σου ως την Περσία με βασιλιάδες πρόσφυγες στα βάθη βουνών τρισδιάστατων
όπως είναι οι ανθρώπινες ιστορίες,
πήγα με τους πειρατές στο Αιγαίο Πέλαγος και ξενύχτησα στους χάρτες τους.
Και τέλος στην Αίγυπτο κατέληξα,
έγινα φίδι τεράστιο που στην σπονδυλική του στήλη έκρυβε σμαράγδια και θρήνους για γυναίκες που δόθηκαν,
θρηνεί η γυναίκα όταν δίνεται πιό πολύ από όταν γεννάει.
...........
Κι όταν συνέβησαν όλα αυτά βρέθηκα να γλείφω αχόρταγα την φλέβα στον λαιμό σου,
ήπια και πίνω αχόρταγα,
μα μόνο για να σε δοξάσω,
την αγωνία που χω τώρα μεγαλύτερη για τον θάνατο μην τύχει και χαλάσω.
.........
Πύλες εκατό και πέτρινες κρύβει ο άνθρωπος
εσύ όλες τις ανοίγεις σιγανά και πως να ξεδιψάσω,
έτσι να σε θέλω, έτσι να σε ζω,
φυγάδεψε με πάλι μέσα σου,
δες με πάλι σιγοτρέμω όπως στην αρχή...



Της Πόπης Συνοδινού
http://press-gr.blogspot.com/2012/01/blog-post_9435.html
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...