Πόσες φορές έχετε αναρωτηθεί γιατί μπήκατε στον κόπο να δείτε ένα
ματς; Πόσες φορές, επίσης, δεν είπατε πως αποκλείεται να υποβάλλετε τον
εαυτό σας σε αυτή την ταλαιπωρία ξανά;
Και, φυσικά, απλά θυμηθείτε πόσες
φορές αυτή την υπόσχεση την πετάξατε στα σκουπίδια μόλις πλησίαζε ένα
ακόμη ντέρμπι ή απλά και ένα ματς που σας ενδιέφερε να δείτε;
Όποια απάντηση και αν δώσετε να είστε βέβαιοι πως δεν είστε οι μοναδικοί.
Αυτή η συμπεριφορά της μάζας συναντάται μόνο στα σπορ. Και ειδικότερα
στο ποδόσφαιρο. Ο Ντέσμοντ Μόρις στο βιβλίο-επιτομή για το προφίλ του
οπαδού «Η φυλή του ποδοσφαίρου» στη δεκαετία του 70,
υποστήριζε πως αυτό το παιχνίδι αποτελεί από μόνο του ένα ανεξήγητο
φαινόμενο. Και είχε δίκιο. Κανείς δεν μπορεί να δώσει πειστική εξήγηση
τι είναι αυτό που μπορεί να τον καθηλώσει σχεδόν δύο ώρες αν και, εκ των
προτέρων, είναι σχεδόν βέβαιο πως αυτό που θα δει δεν θα αξίζει τον
κόπο; Και μην προλάβει κάποιος να μιλήσει για τη λογική του οπαδού,
γιατί τηλεοπτικά τα παιχνίδια τα βλέπουν πολλοί, ακόμη και οπαδοί άλλων
ομάδων.
Συνεπώς, το επιχείρημα πως κάποιος μπορεί να υπομείνει τα πάντα για
να δει την ομάδα του, καταρρίπτεται άμεσα! Κοιτάς τα εισιτήρια των
αγώνων κάθε Κυριακή και δεν τρελαίνεσαι μεν αλλά δεν απογοητεύεσαι
κιόλας. Ειδικά τη περασμένη εβδομάδα με τα ματς Κυπέλλου και
πρωταθλήματος να γίνονται κάτω από κακές καιρικές συνθήκες.
Το ζητούμενο μας, επίσης, δεν είναι το θέαμα όταν πάμε γήπεδο. Θα
έπρεπε να είναι, αλλά αυτό αποτελεί μία διαφορετική κουβέντα.
Αλλωστε, το θέαμα στην Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ καλό αν πιστέψουμε τα κατά καιρούς δημοσιεύματα των εφημερίδων!
Αλλωστε, το θέαμα στην Ελλάδα δεν υπήρξε ποτέ καλό αν πιστέψουμε τα κατά καιρούς δημοσιεύματα των εφημερίδων!
Στη δεκαετία του 60, υπάρχουν κείμενα με υπογραφές κολοσσών της
ελληνικής δημοσιογραφίας που αποκαλούσαν αυτό που παιζόταν στην Ελλάδα
{«θλιβερή καρικατούρα του εξωτερικού»}, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο
Γιάννης Βανδώρος, που έφυγε πρόωρα από τη ζωή το 1974, αφού είχε
προηγουμένως στήσει την ΟΜΑΔΑ, μία εκπληκτική εφημερίδα για τα δεδομένα
της εποχής.
Μιλάμε για τη δεκαετία του Σιδέρη, του Δομάζου, του Παπαεμανουήλ, του Παπαϊωάννου, του Χάιτα, του Λουκανίδη, του Γιούτσου, του Οικονομόπουλου, του Χρηστίδη!
Μιλάμε για τη δεκαετία του Σιδέρη, του Δομάζου, του Παπαεμανουήλ, του Παπαϊωάννου, του Χάιτα, του Λουκανίδη, του Γιούτσου, του Οικονομόπουλου, του Χρηστίδη!
Στην δεκαετία του ’70, οι συγκρίσεις γίνονταν με τα ματς του
εξωτερικού που έδειχνε η τηλεόραση και ένα κείμενο του 1974 από τον
Βαγγέλη Φουντουκίδη στο καλύτερο περιοδικό της εποχής, «ΠΡΩΤΑΘΛΗΤΗΣ»,
υποστήριζε πως η τεχνική των δικών μας αστέρων ήταν σαφέστατα κατώτερη
αυτής των ξένων!
Και ήταν η εποχή που μεσουρανούσαν ο Δεληκάρης, ο Κούδας, ο
Μαύρος, ο Ελευθεράκης, ο Κρητικόπουλος, ο Αϊδινίου, ο Δαβουρλής, ο
Κελεσίδης, ο Κωνσταντίνου, μαζί με αυτούς που συνέχιζαν και ήταν σημαντικοί από τα 60’s.
Αργότερα, στην δεκαετία του ’80, οι σταρ (ο Σαραβάκος, ο Αναστόπουλος, ο Μητρόπουλος, ο Βλάχος, ο Αποστολάκης, ο Ρότσα, ο Κούης, ο Σαργκάνης, ο Καραπιάλης, ο Βαλαώρας)
είχαν άλλο πρόβλημα να αντιμετωπίσουν: τη σύγκριση με τα ιερά τέρατα
του παρελθόντος! Αυτούς, δηλαδή, που την προηγούμενη δεκαετία δεν
μπορούσαν να πλησιάσουν την τεχνική ποιότητα των ξένων!
Μιλάμε για φαύλο κύκλο. Την δεκαετία του ’90 είχαμε τα σχόλια για παίκτες όπως ο Τσιάρτας, ο Ζαγοράκης, ο Αλεξανδρής, ο Νικολαΐδης, ο Μαχλάς, ο Νταμπίζας, ο Δέλλας, ο Γιαννακόπουλος,
ότι δεν είναι ικανοί για μεγάλα πράγματα, ενώ ειδικά στον Παναθηναικό
οι Γκουμομπασινάδες και ο Καραγκούνης από λέξεις του…σατανά έγιναν
παραδείγματα για αναφορά και πρωταθλητές Ευρώπης.
Τι σημαίνουν, λοιπόν, όλα αυτά; Πως, αν και τώρα η μπάλα που βλέπουμε
είναι κακή, τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει τις συνήθειες. Και ποιός
ξέρει αν σε δέκα ή είκοσι χρόνια την όποια αναφορά στο σήμερα δεν θα
την συνοδεύει και ένας νοσταλγικός τόνος; Άλλωστε, συνήθως τις
μελλοδραματικές εξιστορήσεις για το παρελθόν τις υπαγορεύει το μνημονικό
μας, κυρίως, γιατί αφορούν μία εποχή που είμασταν νεότεροι.
Σε κάθε εποχή, για κάθε άνθρωπο, αυτός είναι απαράβατος κανόνας, Και
ας τον έχουμε υπόψη μας όταν προσπαθούμε με λογικοφανή και καθαρά
υποκειμενικά κριτήρια να εξηγήσουμε ανθρώπινες συμπεριφορές!
Οπότε, να τι εξηγεί τι μας ωθεί ακόμη και τώρα να πηγαίνουμε στο γήπεδο,
ή να βλέπουμε τα ματς του ελληνικού πρωταθλήματος και Κυπέλλου. Ναι,
ξέρουμε πως δεν είναι ότι καλύτερο αλλά δεν πειράζει. Ο Σίλερ έλεγε πως «αν δεν έχεις αυτό που αγαπάς τότε αγάπα τουλάχιστον αυτό που έχεις».
http://www.aixmi.gr/index.php/agapas-exeis/
