«Προσπαθώ να κάνω συμπαγές ό,τι είναι αφηρημένο… Ο Σεζάν μετατρέπει μια μπουκάλα
σε έναν κύλινδρο.
Εγώ κατασκευάζω μια συγκεκριμένη μπουκάλα από κύλινδρο…»
σε έναν κύλινδρο.
Εγώ κατασκευάζω μια συγκεκριμένη μπουκάλα από κύλινδρο…»
Η φράση του Χουάν Γκρις, συγχρόνου του Πικάσο και του Μπρακ, από τους σημαντικότερες μορφές του συνθετικού κυβισμού, δηλώνει τη διαφορετικότητα στη θεώρηση κάθε καλλιτέχνη ως προς την απόδοση της πραγματικότητας. Το πώς δηλαδή συλλαμβάνει, διαμορφώνει και αιχμαλωτίζει ο ζωγράφος τη νεκρή φύση.
Ταπεινές κανάτες, μπουκάλια, κούπες και βάζα, φρούτα και άνθη φιγουράρουν στις νεκρές φύσεις κλασικών καλλιτεχνών, αλλά και ιμπρεσιονιστών, μετα-ιμπρεσιονιστών και κυβιστών. Στο ελκυστικό και οικείο για τον θεατή θέμα της νεκρής φύσης συμπυκνώνεται ένα εύρος πλαστικών εκφράσεων. Αλλοτε αποδίδεται μια πιστή αντιγραφή της οπτικής πραγματικότητας κι άλλοτε μια ριζική μεταμόρφωση της εικόνας. Ανάλογα με την εποχή και την καλλιτεχνική τάση. Σε κάθε περίπτωση, «η πραγματικότητα πρέπει να χρησιμοποιείται ως θέμα για λυρική και πνευματική ανάπτυξη», όπως έγραφε ο Κριστιάν Ζερβός.
Αυτή την εξέλιξη της νεκρής φύσης στη ζωγραφική τεσσάρων αιώνων, από τον 16ο έως τον 21ο, θα δούμε σε μια σπουδαία έκθεση στο Ιδρυμα Β. & Μ. Θεοχαράκη, από την ερχόμενη Τετάρτη 13 του μήνα έως τις 28 Απριλίου: «Νεκρή φύση, Αριστουργήματα από το Μουσείο Καλών Τεχνών της Βοστώνης. Παράδοση και καινοτομία».
Το Μουσείο της Βοστόνης, από τα σημαντικότερα της άλλης όχθης του Ατλαντικού, με 450.000 έργα στις συλλογές του, δάνεισε 48 πίνακες ισάριθμων καλλιτεχνών, Αμερικανών και Ευρωπαίων, που συνέβαλαν στην εξέλιξη της ιστορίας της τέχνης. Συνυπάρχουν ζωγράφοι γεννημένοι το 1603, όπως ο Ολλανδός Σκίπιο Γκόλτζιους, και το 1738, όπως ο Αμερικανός Τζον Σίνγκλετον Κόπλεϊ (οι παλαιότεροι), αλλά και το 1952 και το 1967, όπως οι νεότεροι της έκθεσης, ο Αμερικάνος Νταβίντ Μπέιτς και η Βρετανίδα Σαμ Τέιλορ-Γουντ, αντίστοιχα.
Η έκθεση αποτελεί ένα πανόραμα νεκρών φύσεων, από τις κλασικές αντιλήψεις για την τέχνη και τις αξίες της παραδοσιακής ζωγραφικής, δηλαδή αυτής της τέχνης που έρχεται να ανταγωνιστεί την οπτική πραγματικότητα, μέχρι τις καινοτόμες δημιουργίες που ορίζουν τον μοντερνισμό, από τον Σεζάν και τον Ματίς έως τους κυβιστές Μπρακ, Χουάν Γκρις και Μέτσινγκερ. Και φυσικά μέσα σε όλους οι Ρενουάρ, Βιγιάρ, Κουρμπέ, Μανέ, Σίσλεϊ, Ενσορ, Φαντέν-Λατούρ κ.ά.
Και βέβαια η Τζόρτζια Ο΄Κίφι, η Αμερικανίδα ζωγράφος που επαναπροσδιορίζει τη σχέση με τη μοντέρνα ζωγραφική, και ο Τζόρτζιο Μοράντι, ο οποίος δήλωσε την περίφημη φράση «δεν κάνει το θέμα τη ζωγραφική, αλλά η ζωγραφική το θέμα» και σε όλη τη ζωή του ζωγράφιζε τις γαλήνιες νεκρές φύσεις του, με τη μια να διαφέρει από την άλλη, αφού τα αντικείμενα ήταν απλώς το πρόσχημα για μια βαθιά ζωγραφική μεταμόρφωση.
Πέρα από την τάση που εκπροσωπεί ο κάθε ζωγράφος, όλοι «έχουν έναν κοινό στόχο, ο καθένας με την ιδιαιτερότητα της εκφραστικής του δύναμης», όπως επισημαίνει ο υπεύθυνος του Εικαστικού Προγράμματος του Ιδρύματος Θεοχαράκη, Τάκης Μαυρωτάς: «Επιδιώκουν να μετατρέπουν τα απλά αντικείμενα στις νεκρές φύσεις τους σε ένα ποίημα πλαστικής».
Μέσα σε αυτή την πολυφωνική έκθεση διαφορετικών ζωγραφικών τάσεων, οι επισκέπτες θα βρεθούν μπροστά σε μερικά κορυφαία έργα. Ανάμεσά τους τα «Φρούτα και μια κανάτα σε τραπέζι» του πατέρα του μοντερνισμού Πολ Σεζάν, από τους αντιπροσωπευτικότερους πίνακες της συλλογής του Μουσείου της Βοστόνης, τα «Λουλούδια σε κεραμικό βάζο» με τα «ανταριασμένα χρώματα» του Ρενουάρ, «Ενα ηλιοτρόπιο της Μάγκι» της Ο’ Κίφι κ.ά.
- ΤΙ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΕΙ
- «Η επιλογή των αντικειμένων και ο τρόπος με τον οποίο αυτά διευθετούνται και απεικονίζονται αντανακλούν τη θέση του καλλιτέχνη στο ιστορικό και πολιτισμικό γίγνεσθαι. Υπό αυτό το πρίσμα, η νεκρή φύση αντιπροσωπεύει τη θεώρηση του καλλιτέχνη για τον κόσμο» (Ρόνι Μπάερ, επιμελήτρια Μουσείου Καλών Τεχνών της Βοστόνης).
ΔΗΜΗΤΡΑ ΡΟΥΜΠΟΥΛΑ


