`

Ιστορίες απιστίας: Bitcoinz

Μέχρι τη φάση με την 
Κύπρο κανείς δεν ήξερε περισσότερα απ’ όσα έπρεπε να ξέρει κι είχα αρχίσει...
να ονειρεύομαι ότι από αγάμητο geek θα γινόμουν ο Βασιλιάς του Κόσμου.

Μόλις όμως άρχισε ο κάθε Μήτσος να ψάχνει για bitcoins ανακάλυψα ότι οι νόμοι της Φύσης ισχύουν για όλους. Ή θα είσαι Ζούκενμπεργκ ή θα είσαι Χέφνερ. Ή θα είσαι ευρώ ή θα είσαι Ελβετία. Και τα δυο μαζί δεν γίνονται, βλάκα.


Αυτό που γίνεται με κάτι ξερόλες σαν και μένα είναι ότι υποτιμάμε τον αστάθμητο παράγοντα. Και ναι μεν κανένας αστάθμητος παράγοντας δεν μπορεί να επηρεάσει τον αλγόριθμο που τρέχει στο κομπιούτερ, αλλά τα πάντα μπορούν να συμβούν στα περιφερειακά. Κι εκεί που απολάμβανα τα πλουσιοπάροχα αποτελέσματα της ξερολίτιδάς μου, χτύπησε ξαφνικά το κουδούνι κι ήταν η Γιάννα.
«Θα κάνουμε τρίο;», ρώτησε η Μισέλ μόλις την είδε στο μόνιτορ και πήγε μέχρι το ψυγείο για να βάλει κι άλλο πάγο στο ποτήρι της. Ολόγυμνη. Χωρίς καμία διάθεση να καλυφθεί.
«Σόρι αλλά πρέπει να σε κρύψω...»
«Το κορίτσι σου;»
«Όχι ακριβώς, αλλά δεν πρέπει να σε δει εδώ...»
Μάζεψε στα γρήγορα το φόρεμα, τα παπούτσια και την τσάντα της κι ενώ δεν είχα ακόμα σκεφτεί πού θα μπορούσε να κρυφτεί με σχετική ασφάλεια, η Γιάννα ξαναχτύπησε το κουδούνι. Επίμονα. Έστειλα τη Μισέλ στο μπάνιο του δεύτερου δωματίου κι αφού έριξα μια τελευταία ματιά στην κατάσταση, άνοιξα την κάτω πόρτα. Μέχρι να φτάσει η Γιάννα στον τρίτο και να χτυπήσει το πάνω κουδούνι, το μυαλό μου είχε φάει disconnect και δεν επικοινωνούσε με τίποτα.
«Πού την έκρυψες;» είπε αμέσως μόλις μπήκε στο σπίτι κι εκτός από dc, έπεσε κι ο γενικός του ρεύματος στο κεφάλι μου. «Βρωμάει από το ασανσέρ...»
«Πώς από ’δω, Γιάννα;» κατάφερα τελικά να πω και με κοίταξε με οίκτο.
«Πώς πάει το σκάψιμο, Αντωνάκη μου; Πόσα bitcoins έβγαλες σήμερα;»
«Τι έχεις πάθει;»
«Εγώ δεν έχω πάθει τίποτα, μωρό μου. Εσύ θα πάθεις...»
«Να φτιάξω καφέ;»
«Φτιάξε κανένα ποτό καλύτερα. Και πες και στην άλλη να βγει από τη ντουλάπα, δεν θα την ξεμαλλιάσω...»
Της έφτιαξα το μαρτίνι της, έβαλα καφέ να γίνεται στην καφετιέρα και πήγα να δώσω το πράσινο φως στη Μισέλ, η οποία είχε ντυθεί και βαφόταν στο μπάνιο.
«Έφυγε;»
«Όχι, αλλά μπορείς να έρθεις μέσα»
«Θα κάνουμε τρίο;»
«Για μακελειό το βλέπω, αλλά ποτέ δεν ξέρεις...»
Μπήκαμε στο σαλόνι και μόλις τις είδα και τις δύο μαζί στον ίδιο χώρο, συνειδητοποίησα ξαφνικά πόσο έμοιαζαν μεταξύ τους. Η Μισέλ ήταν γύρω στα τρία lvl πιο σέξι από τη Γιάννα, αλλά ήταν και οι δύο ψηλές, ξανθιές, με μακριά μαλλιά και ακόμα πιο μακριά πόδια, τα οποία επιδείκνυαν γενναιόδωρα και οι δύο. Δεν μπήκα στον κόπο να πω ονόματα. Απλώς κάθισα στον καναπέ, σε απόσταση τέτοια που να μην μπορούν να με φτάσουν με μία κίνηση και περίμενα τη Γιάννα να αναλάβει πρωτοβουλία. Είχε ανάψει τσιγάρο, είχε ήδη πιει το μισό μαρτίνι της και στραβοκοίταζε τη Μισέλ, η οποία άναψε κι εκείνη τσιγάρο κι άρχισε να σκορπίζει επαγγελματικά χαμόγελα.
«Ελπίζω να φοράς καπότα...» είπε η Γιάννα κι έσβησε το τσιγάρο της στο τραπεζάκι του IKEA. Η Μισέλ έβαλε τα γέλια κι εγώ σκέφτηκα ότι αν ήμουν πιο κοντά στη Γιάννα, θα το είχε σβήσει πάνω μου. Στοίχημα.
«Λέω να πάρω την Αλεξάνδρα...» είπε και μου ξανάπεσε ο γενικός του ρεύματος.
«Τι θέλεις, Γιάννα;»
«Θα μπορούσα να της τηλεφωνήσω και να της πω να περάσει καμιά βόλτα από ’δω...»
«Η Αλεξάνδρα είναι το κορίτσι σου;» πετάχτηκε η Μισέλ, που τα έβρισκε πολύ αστεία όλα αυτά κι ίσως θα ήταν καλύτερα αν την είχα διώξει, αλλά δεν ήθελα να μείνω μόνος με τη Γιάννα. Είμαι πολύ νέος για να πεθάνω τόσο άδοξα.
«Γιατί δεν λες στο κορίτσι ποια είναι η Αλεξάνδρα;»
«Εσύ ποια είσαι;» ρώτησε το κορίτσι και η Γιάννα της χαμογέλασε όσο πιο ειρωνικά μπορούσε.
«Ο μαλάκας της υπόθεσης, προφανώς...»
Η Μισέλ κούνησε το κεφάλι της με κατανόηση. «Εγώ είμαι η Μισέλ. Και πάω να βάλω ποτό. Θέλεις;»
Η Γιάννα άδειασε το ποτήρι της μονορούφι και της το έδωσε. Εγώ ήθελα να ανοίξουν τα κομπιούτερ μου και να με καταπιούν για την επόμενη δεκαετία.
«Πάντα έτσι ήσουν ή σου τη βάρεσε από τότε που πήρες την Πόρσε;»
«Με συγχωρείς για όλα, Γιάννα. Είμαι μεγάλος μαλάκας. Κάνε ό,τι νομίζεις, αλλά σε παρακαλώ πολύ να μην μπλέξεις την αδελφή σου στην υπόθεση...»
Με κοίταξε με άσχημο ύφος. «Γιατί να μην την μπλέξω;»
«Μαρτίνι dry;» φώναξε η Μισέλ απο την κουζίνα.
«Διπλό, παρακαλώ!» φώναξε η Γιάννα και το ύφος της έγινε ασχημότερο. «Γιατί να μην ξέρει και η Αλεξάνδρα ότι πληρώνεις βιζιτούδες;»
«Δεν είναι βιζιτού!»
«Σοβαρά; Κι εγώ δεν είμαι ξανθιά...»
«Τι θέλεις, Γιάννα;»
«Θέλω να μην σε ξέρω, αλλά δεν γίνεται...»
Η Μισέλ ήρθε χαμογελαστή με τα ποτά κι έδωσε το διπλό μαρτίνι στη Γιάννα, η οποία ήπιε το μισό με τη μία. Ύστερα τσούγκρισαν τα ποτήρια τους και με κοίταξαν, η μία καθιστή και η άλλη όρθια, η μία χαμογελαστή και η άλλη σαν τη μάγισσα φούρκα, ξανθιές και οι δύο, μεθυσμένες και οι δύο. Η ισορροπία ήταν σε βάρος μου, αλλά είχα το πλεονέκτημα του ξενέρωτου.
«Πάω να βάλω καφέ...» είπα και σηκώθηκα για την κουζίνα, ελπίζοντας ότι μέχρι να γυρίσω στον καναπέ δεν θα είχαν σκοτωθεί, ούτε θα είχαν συμμαχήσει για να σκοτώσουν εμένα. Ήμουν παγιδευμένος στο σπίτι μου και δεν είχα κανένα σχέδιο διαφυγής. Η Γιάννα δεν θα μου συγχωρούσε τη Μισέλ ακόμα κι αν έπεφτα στα γόνατα και την παρακαλούσα να με μαστιγώνει μέχρι του χρόνου κι αν η Αλεξάνδρα μάθαινε ότι πηδάω και την αδελφή της και τη Μισέλ, θα έχανα κάθε ελπίδα να την ξαναδώ σε αυτή τη ζωή και δεν θα είχα κανένα λόγο για να μην καταπιώ τρία κιλά χάπια και να τελειώνω μια κι έξω. Ήμουν doomed και κανένας αλγόριθμος δεν μπορούσε να με σώσει.  Πλάκωσα τον καφέ μου στις ζάχαρες και χτύπησα και 4 κουταλιές μερέντα στο όρθιο - μήπως και μ’ έπιανε κανένα sugar rush κι είχα λίγες δυνάμεις σε περίπτωση που χρειαζόταν να το βάλω στα πόδια - κι επέστρεψα στο σαλόνι των μαρτυρίων.
Έπιναν, κάπνιζαν και σταμάτησαν να μιλάνε μόλις με είδαν.
«Έρχεται και η Αλεξάνδρα...» είπε η Γιάννα και μου χαμογέλασε πολύ απαίσια.
Δεν είμαι βίαιος άνθρωπος. Αλλά άδειασα τον καφέ μου πάνω της και γύρισα στην κουζίνα για να ξαναγεμίσω την κούπα μου. Δεν μπορούσα να σκεφτώ απολύτως τίποτα. Είχα χάσει κάθε επαφή με τον ξερόλα, ο οποίος, έτσι κι αλλιώς, ποτέ δεν ισχυρίστηκε ότι ήξερε από γυναίκες. Επίσης, δεν ένιωθα και πολλά πράγματα. Δεν ήξερα τι να νιώσω, για να λέμε την αλήθεια. Και δεν την πίστευα τη Γιάννα. Η Αλεξάνδρα δεν θα ξαναρχόταν ποτέ σπίτι μου, ειδικά αν την προσκαλούσε η αδελφή της κι όλα αυτά ήταν μια τεράστια βλακεία που έπρεπε να τελειώνει το συντομότερο δυνατόν.
Γύρισα στο σαλόνι και βρήκα τη Γιάννα με το σουτιέν και το στρινγκ και τη Μισέλ να τη σκουπίζει με μια πετσέτα από το μπάνιο.
«Ξέρεις γιατί είσαι πολύ μαλάκας;» ρώτησε η Γιάννα.
«Δεν ήταν αρκετά καυτός ο καφές;»
«Μην έρθεις, πήζω, θα σκάβω όλη μέρα κι όλη νύχτα...» είπε προσπαθώντας να μιμηθεί εμένα κι αυτά που της είχα πει νωρίτερα στο τηλέφωνο. «Λες και είμαι καμιά καθυστερημένη και δεν έχω Google και δεν μπορώ να μάθω πώς βγαίνουν τα bitcoins…»
«Δεν ήταν καλύτερα όσο δεν ήξερες τίποτα;»
«Είσαι πάρα πολύ μαλάκας...»
Εν τω μεταξύ, η Μισέλ χάιδευε τη γυμνή κοιλιά της Γιάννας με την πετσέτα και φαινόταν εντελώς απορροφημένη στον σέξι κόσμο της.
«Θέλω κι άλλο ποτό...» είπε η Γιάννα και η Μισέλ συντονίστηκε με τον χωροχρόνο, είπε ότι ήθελε κι εκείνη ποτό και πήγε στην κουζίνα να τα φέρει.
Η Γιάννα δεν έκανε καμία κίνηση να ντυθεί. Με κοίταξε για λίγο με πολύ ανησυχητικό ύφος κι ύστερα ήρθε μπροστά μου και με χαστούκισε δυνατά. Δεν απομακρύνθηκε αμέσως. Πήρε μια ανάσα τόσο βαθιά που σχεδόν έβγαλε το στήθος της απ’ το σουτιέν και μου χαμογέλασε.
«Τώρα αισθάνομαι κάπως καλύτερα...» είπε και κάθισε στον καναπέ, απλώνοντας τα χέρια της δεξιά και αριστερά, φανερά πιο χαλαρωμένη. Ο κίνδυνος δεν είχε περάσει, ωστόσο. Ήταν ακόμα στα μάτια της.
«Θα μπορούσα να σε εκβιάσω, το ξέρεις...»
«Θα μπορούσες;»
«Δώσε μου bitcoins για να μην πω τίποτα στην αδελφή μου...»
«Χα, χα...»
«Εκατό bitcoins, ας πούμε...»
«Α, χα, χα...»
«Αλλά είσαι τόσο τρομερά μεγάλος μαλάκας που δεν καταλαβαίνεις ότι η Αλεξάνδρα αδιαφορεί για το αν πηδάς και ποια πηδάς, οπότε δεν υπάρχει εκβιασμός...»
Άλλο ένα χαστούκι θα είχε πονέσει λιγότερο.
«Ξύπνα, Αντώνη. Όταν το κάνεις μαζί μου δεν κερατώνεις καμιά Αλεξάνδρα. Η αδελφή μου σε λυπήθηκε μια-δυο φορές και μετά σε ξέχασε για πάντα. Όλα τα υπόλοιπα υπάρχουν μόνο στο κεφάλι σου. Όπως ακριβώς υπήρχε στο δικό μου κεφάλι η ιδέα ότι δεν είσαι από τους τύπους που κερατώνουν...»
Ήθελα να της πω ότι κάνει τεράστιο λάθος, ότι στην πραγματικότητα είμαι το αγάμητο geek που λυπήθηκε η αδελφή της και πολύ σύντομα θα ξανακλεινόμουν στα κομπιούτερ μου και δεν θα ξανάβγαινα ποτέ αλλά δεν πρόλαβα, διότι εμφανίστηκε η Μισέλ με τα ποτά. Χαμογελαστή και ολόγυμνη.
«Θα κάνουμε τρίο;».
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...