`

Ιστορίες απιστίας: στον πάγκο της κουζίνας

Έχουν ραντεβού κι έχει αργήσει. Κι όχι επειδή χρειάστηκε είκοσι λεπτά 
στον καθρέφτη για να...
καταλήξει σε μία κομψή και επαγγελματική εμφάνιση που να είναι και φιλική προς το ξαφνικό σεξ - στον πάγκο της κουζίνας, ας πούμε. 

Φούστα, πουκάμισο, ψηλό τακούνι και κόκκινο κραγιόν. Οι δύο δεκαετίες που του ρίχνει δεν κρύβονται με τίποτα αλλά δεν έχει λόγο να τις κρύψει. Από την αρχή έχουν φανεί πολύ φιλικές προς το ξαφνικό σεξ.
Έχει αργήσει διότι αυτή τη φορά το διαμέρισμα προς ενοικίαση είναι στην Αγία Παρασκευή και η Μεσογείων είναι μπλοκαρισμένη και δεν έχει ιδέα τι γίνεται, διότι το αυτοκίνητο δεν έχει ραδιόφωνο, διότι ο γιος της πείραξε το σύστημα για να συνδέσει το i-pod κι έκτοτε δεν λειτουργεί τίποτα κι εκεί που ετοιμάζεται να του τηλεφωνήσει για να τον βρίσει, χτυπάει το κινητό και είναι η μάνα της από το χωριό.

«Έγινε πραξικόπημα, παιδί μου;»
«Τρελάθηκες, μάνα;»
«Η ΕΡΤ δείχνει μαύρο. Και οι άλλοι δεν λένε τίποτα.»
Της υπόσχεται να την πάρει σε δύο λεπτά και τηλεφωνεί στον γιο της, ο οποίος την κράζει.
«Πού ζεις, ρε μάνα; Δεν έμαθες ότι έκλεισαν την ΕΡΤ;»
Όχι, δεν έμαθε ότι έκλεισαν την ΕΡΤ. Αν είχε χρόνο για να βλέπει τηλεόραση θα ήταν μία άλλη γυναίκα, με τακτοποιημένη ζωή, μ’ έναν άντρα που θα γύριζε στο σπίτι του από μία σταθερή δουλειά, με αξιοπρεπή μισθό, που θα τους επέτρεπε να αγκαλιάζονται τα βράδια στον καναπέ και να περιφέρονται από κανάλι σε κανάλι - και να τους περισσεύουν και για ένα καινούριο σύστημα που να παίζει και ραδιόφωνο και i-pod στο αυτοκίνητο.
Κάποτε ήταν μια τέτοια γυναίκα αλλά τώρα ο άντρας της λείπει όλη τη βδομάδα για να βγάλει τα μισά απ’ όσα έβγαζε πριν κι εκείνη έχει φορτωθεί όλα τα υπόλοιπα, σε μια εποχή που όλοι θέλουν να πουλήσουν τα σπίτια τους αλλά κανείς δεν αγοράζει και στο δικό της σπίτι επικρατεί η εφηβική σχιζοφρένεια των παιδιών, τα οποία αντί να βοηθήσουν την κατάσταση την επιβαρύνουν με βλακείες όπως το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου ή ο ζωολογικός κήπος της κόρης της, η οποία έψαχνε πάλι για το χαμένο φίδι της το πρωί κι άφησε πίσω της το χάος. Το οποίον δεν θα μαζευτεί ποτέ.
Κι ενώ της συμβαίνουν όλα αυτά, ετοιμάζεται για σεξ με τριαντάρη στον πάγκο της κουζίνας ενοικιαζόμενου διαμερίσματος.
Το μόνο που τη σώζει είναι που όλα γίνονται εν ώρα εργασίας και δεν χρειάζεται να κλέψει χρόνο από ζωτικές δραστηριότητες και να’ χει τέτοιες τύψεις πάνω από το κεφάλι της. Διότι από τις άλλες τύψεις δεν έχει. Όταν βρίσκεσαι στα πρόθυρα των πενήντα και ξαφνικά γνωρίζεις έναν (νεαρό) άντρα με τον οποίο θέλεις να το κάνεις σε άγνωστες κουζίνες, δεν νιώθεις τύψεις. Τρελή χαρά νιώθεις. Που είσαι ακόμα ζωντανή. Μετά από δύο παιδιά και είκοσι χρόνια γάμου.
Ούτε που θυμάται πότε ήταν η τελευταία φορά που της ήρθαν τέτοιες επιθυμίες και γι’ αυτό δεν είχε κανένα περιθώριο να προσποιηθεί ότι δεν κατάλαβε πόσο ηλεκτρίστηκε η ατμόσφαιρα την πρώτη φορά που βρέθηκαν κλεισμένοι σε ασανσέρ. Είχαν αλληλοσυστηθεί δια χειραψίας στην είσοδο της πολυκατοικίας και μέχρι να φτάσουν στον πέμπτο εκείνος την είχε γδύσει στο κεφάλι του κι εκείνη δεν είχε φέρει καμία αντίσταση. Του έδειξε το διαμέρισμα αλλά εκείνος έβλεπε εκείνη κι όταν έφτασαν στον πάγκο της κουζίνας ήταν τόσο φανερό ότι σκέφτηκαν και οι δυο το ίδιο πράγμα, που ξαφνικά κοίταξαν ταυτόχρονα τα κινητά τους και δήλωσαν ότι έπρεπε να φύγουν. Τον άφησε να πάρει το ασανσέρ μόνος του, με τη δικαιολογία ότι ήθελε να κάνει μερικά τηλεφωνήματα ακόμα και πέρασε την υπόλοιπη μέρα σαν μεθυσμένη.
Την επομένη της τηλεφώνησε και τη ρώτησε αν θα μπορούσε να του δείξει κάποιο άλλο διαμέρισμα, «το συντομότερο δυνατόν». Τον άφησε να περιμένει μία μέρα, φόρεσε τζην με αθλητικά παπούτσια και τον πήγε σ’ ένα τριάρι με στενή, σκοτεινή και άβολη κουζίνα.

«Πότε μπορούμε να δούμε κάτι άλλο;»

Μπήκε μαζί του στο ασανσέρ για να φύγουν – κι όταν έφτασαν στο ισόγειο είχε ιδρώσει. Μία φυσιολογική, ορμονική αντίδραση, όπως θα έλεγε και ο ψυχίατρος της Αλίκης, ο οποίος υποστηρίζει επίσης ότι η πενηντάρα και ο τριαντάρης «είναι η μόνη εκδοχή». Διότι η 50άρα δεν έχει κανένα ενδιαφέρον για τους συνομηλίκους της και ο 30άρης βρίσκει «σαγηνευτικά ενδιαφέρουσα» μια γυναίκα τέτοιας ηλικίας. Γιατρός είναι ο άνθρωπος, κάτι παραπάνω θα ξέρει αλλά η αλήθεια της φαίνεται πιο κοντά στον 30άρη μύλο που όλα τα αλέθει.
Δεν του τηλεφωνεί για να του πει ότι θα αργήσει, επίτηδες. Αν την περιμένει είναι ένα πολύ καλό σημάδι κι αν έχει φύγει, ακόμα καλύτερα. Ό,τι δεν κάθεται, δεν είναι για να κάτσει. Μία σοβαρή μεσίτης ακινήτων θα ενημέρωνε τον πελάτη της για την καθυστέρηση αλλά δεν αισθάνεται και πολύ σοβαρή σήμερα.

Είναι σχεδόν εντεκάμιση όταν φτάνει επιτέλους και μόλις παρκάρει και πάει να βγει από το αυτοκίνητο, τον βλέπει απέναντι, να τρέχει προς την είσοδο της πολυκατοικίας του ραντεβού. Δεν μπορεί να μη χαμογελάσει. Ο συντονισμός τους είναι τέλειος. Φοράει σκούρο παντελόνι, άσπρο πουκάμισο και τα κλασικά RayBan που του πάνε πολύ κι όπως τον βλέπει με τις φαρδιές πλάτες του και το εκτυφλωτικό χαμόγελο που της χαρίζει μόλις τον πλησιάζει, σκέφτεται ότι όλα φαίνονται πολύ καλά για να είναι αληθινά κι ότι σίγουρα υπάρχει κάποιος λάκκος σ’ αυτή την πολύ νόστιμη φάβα.
Ξέρουν ελάχιστα πράγματα ο ένας για τον άλλον. Της έχει πει ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα, ότι «αυτή την περίοδο» δουλεύει σαν οδηγός κάποιου προέδρου κάποιας τράπεζας με έδρα στα βόρεια προάστια κι ότι ψάχνει ένα καινούριο διαμέρισμα, 70-90 τετραγωνικών, με βεράντα και γκαράζ. Φαίνεται μορφωμένος κι αν κρίνει από τα 1.200 ευρώ που διαθέτει για νοίκι, η δουλειά του πρέπει να πληρώνει καλά. Ήρθαν σε επαφή μέσω του site με το οποίο συνεργάζεται και οι μόνες πληροφορίες που του έχει δώσει για τον εαυτό της είναι ότι δουλεύει δεκαπέντε χρόνια στα ακίνητα κι ότι δεν έχει ξαναδεί τέτοια κρίση στην αγορά. Η βέρα της είναι ορατή, βέβαια. Και σίγουρα φαίνεται γενικότερα παντρεμένη και μητέρα και μεσήλιξ. Όπως εκείνος φαίνεται 30άρης, ανύπαντρος, με γκόμενα.
Στο ασανσέρ δεν βγάζει τα γυαλιά του και ρωτάει τη γνώμη της για το κλείσιμο της ΕΡΤ. Του λέει ότι δεν έχει προλάβει να παρακολουθήσει το θέμα και της χαμογελάει πολύ θερμά, ούτε κι εκείνος το έχει παρακολουθήσει το θέμα, δεν βλέπει τηλεόραση. Την αφήνει να βγει πρώτη από το ασανσέρ και την ακολουθεί ως τη μία από τις δύο πόρτες του φωτεινού διαδρόμου. Θα του αρέσει αυτό το διαμέρισμα, είναι σίγουρη. Καινούριο, φωτεινό και σωστά διαρρυθμισμένο, με μεγάλη βεράντα, ωραία, πράσινη θέα και προσοχή στις λεπτομέρειες, αρέσει σε όλους όσοι το έχει δείξει μέχρι τώρα αλλά ο ιδιοκτήτης ζητάει 1.200 ευρώ ακατέβατα κι όλοι εγκαταλείπουν στο τέλος.
Τον γυρίζει από χώρο σε χώρο, αναλύοντας τα πλεονεκτήματά τους κι εκείνος τα ακούει όλα και δεν λέει τίποτα. Έχει βγάλει τα γυαλιά του και κάθε τόσο την κοιτάζει λες και είναι κι εκείνη προς ενοικίαση. Δεν νιώθει άνετα και τα επίθετα που χρησιμοποιεί για να περιγράψει τις αρετές του διαμερίσματος αποκτούν διπλές έννοιες κι όταν φτάνουν στην υπερμοντέρνα κουζίνα, πηγαίνει κατ΄ ευθείαν στον πάγκο και παίρνει θέση παρατήρησης με τα νώτα καλυμμένα. Εκείνος φαίνεται να παρατηρεί τα πάντα γύρω του αλλά δεν κάνει καμία κίνηση.

«Πώς σου φαίνεται;»
Την κοιτάζει από πάνω μέχρι κάτω κι αρχίζει να έρχεται προς το μέρος της χαμογελώντας διαβολικά. Δύο βήματα πριν την φτάσει χτυπάει το κινητό της και γίνεται γενική παύση. Βλέπει τον αριθμό του σπιτιού της κι ενώ είναι σίγουρη ότι δεν πρόκειται για τίποτα επείγον, το απαντάει. Τελευταία ευκαιρία για ν' αποφύγει το αναπόφευκτον. Στην αρχή δεν ακούει τίποτα. Ύστερα ακούει κάτι παράξενους ήχους, ανάμεσα στους οποίους καταφέρνει να ξεχωρίσει τη φωνή της κόρης της.

«Μαμά;»
Η κόρη της κλαίει γοερά. Το στομάχι της βουλιάζει κι εντελώς ασυναίσθητα γυρίζει προς τον πάγκο της κουζίνας για να στηριχτεί καλύτερα και να μην πέσει ακούγοντας ό,τι είναι να ακούσει. Η κόρη της συνεχίζει να κλαίει και χρειάζεται αρκετά δευτερόλεπτα για να αρθρώσει τρεις λέξεις.

«Μαμά! Το κουνέλι!»
Το κουνέλι;
«Έπαθε εγκεφαλικό το κουνέλι, μαμά!»
Προς στιγμήν σκέφτεται να κλείσει το τηλέφωνο και να κάνει πως δεν άκουσε αλλά η περιέργεια είναι άτιμο πράγμα.

«Παθαίνουν εγκεφαλικά τα κουνέλια;»
«Ναι, μαμά! Το είδαμε στο Google! Θα πεθάνει το κουνέλι μου;»

Και δώσ’ του κλάμα, εφηβικό και σπαραξικάρδιο. Για το καημένο το κουνέλι της, το οποίο συζεί με δύο γάτες, δύο χάμστερ, ένα χελωνάκι νερού (το άλλο πέθανε) κι ένα χαμένο φίδι. Χώρια η κόρη της. Πώς να μην πάθει εγκεφαλικό το κουνέλι.

Επιστρατεύει την πιο αυστηρή και επαγγελματική φωνή της και διατάσσει την κλαίουσα να συνέλθει, να τηλεφωνήσει στον κτηνίατρο και να ακολουθήσει τις οδηγίες του με προσοχή και ψυχραιμία. Η μικρή συνεχίζει να κλαψουρίζει αλλά της κλείνει το τηλέφωνο και παίρνει μια πολύ βαθιά ανάσα.
Ο τύπος είναι δίπλα της, ακουμπισμένος με την πλάτη στον πάγκο της κουζίνας. Την κοιτάζει χαμογελώντας και δεν φαίνεται διαβολικός πια. Είναι πολύ κοντά της, όμως.

«Με συγχωρείς για τη διακοπή...»
«Κανένα πρόβλημα...»
«Τι λες, λοιπόν;»
Ματιά από πάνω μέχρι κάτω, πάλι.
«Μου αρέσει. Θα το πάρω...»
Του χαμογελάει. Της χαμογελάει.

Και κλείνουν και οι δύο ταυτόχρονα τα κινητά τους.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...