
Η οστεοπόρωση και
η κύρια έκφραση
της νόσου, τα
οστεοπορωτικά
κατάγματα,
αποτελούν ένα
πολύ μεγάλο
πρόβλημα και
για τα δύο φύλα,
αλλά κυρίως για
τον γυναικείο
πληθυσμό.
Αρκεί να ειπωθεί ότι περίπου 1 στις 6 γυναίκες κατά τη διάρκεια της ζωής της θα υποστεί ένα…οστεοπορωτικό κάταγμα σπονδυλικής στήλης (16% αθροιστικό δια βίου κίνδυνο), 1 στις 7 κάταγμα καρπού (15% αθροιστικό δια βίου κίνδυνο) και 1 στις 6 κάταγμα ισχίου (16% αθροιστικό δια βίου κίνδυνο) (1, 2). Γίνεται λοιπόν αντιληπτό ότι η οστεοπόρωση είναι μία πάθηση πολύ πιο συχνή από ότι φανταζόμαστε.
η κύρια έκφραση
της νόσου, τα
οστεοπορωτικά
κατάγματα,
αποτελούν ένα
πολύ μεγάλο
πρόβλημα και
για τα δύο φύλα,
αλλά κυρίως για
τον γυναικείο
πληθυσμό.
Αρκεί να ειπωθεί ότι περίπου 1 στις 6 γυναίκες κατά τη διάρκεια της ζωής της θα υποστεί ένα…οστεοπορωτικό κάταγμα σπονδυλικής στήλης (16% αθροιστικό δια βίου κίνδυνο), 1 στις 7 κάταγμα καρπού (15% αθροιστικό δια βίου κίνδυνο) και 1 στις 6 κάταγμα ισχίου (16% αθροιστικό δια βίου κίνδυνο) (1, 2). Γίνεται λοιπόν αντιληπτό ότι η οστεοπόρωση είναι μία πάθηση πολύ πιο συχνή από ότι φανταζόμαστε.
Γενικά, η οστεοπόρωση ορίζεται ως μια μεταβολική πάθηση, χαρακτηριζόμενη από χαμηλή οστική μάζα και αλλοίωση της μικροαρχιτεκτονικής δομής του οστού, που οδηγεί σε ελαττωμένη μηχανική αντοχή των οστών και συνεπαγόμενο αυξημένο καταγματικό κίνδυνο (3, 4).
Πρέπει να γίνει σαφές ότι ο αυξημένος καταγματικός κίνδυνος δεν εξαρτάται μόνο από την οστική πυκνότητα, αλλά και από τη μικροαρχιτεκτονική του οστού. Δυστυχώς, με τα σημερινά τεχνολογικά – απεικονιστικά μέσα που χρησιμοποιούνται στην καθημερινή πρακτική, αξιολογήσιμη είναι μόνο η οστική πυκνότητα.
Οι αιτίες που μπορούν να οδηγήσουν σε αυξημένο καταγματικό κίνδυνο είναι κυρίως τρεις:
Μη επίτευξη φυσιολογικής κορυφαίας οστικής μάζας. Κορυφαία οστική μάζα είναι η μέγιστη επιτυγχανόμενη οστική μάζα κατά τη διάρκεια της ζωής. Είναι λογικό ότι όσο πιο υψηλή είναι αυτή τόσο μικρότερος καθίσταται ο μετέπειτα καταγματικός κίνδυνος. Οι παράγοντες που καθορίζουν την κορυφαία οστική μάζα και επηρεάζουν σε πολύ μεγάλο βαθμό το ρυθμό απώλειας του οστίτη ιστού, μπορούν να κατηγοριοποιηθούν σε μη τροποποιήσιμους και τροποποιήσιμους, όπως θα αναλυθεί στη συνέχεια.(5).
Αυξημένη οστική απορρόφηση (οστικός καταβολισμός). Αυξημένη οστική απορρόφηση μπορεί να προκύψει από: α) έλλειψη οιστρογόνων, β) έλλειψη ασβεστίου και βιταμίνης D, που οδηγεί σε αύξηση των επιπέδων παραθορμόνης στον ορό (δευτεροπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός), γ)ελαττωμένη απορρόφηση από το έντερο ή/και ελαττωμένη δερματική παραγωγή βιταμίνης D, ιδιαίτερα κατά την τρίτη ηλικία, γ) ενδοκρινικές παθήσεις (π.χ. πρωτοπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός, υπερθυρεοειδισμός) και δ) τοπικούς παράγοντες, που επηρεάζονται από την ισχύ των μηχανικών φορτίσεων που δέχονται τα οστά.
Ελαττωμένη οστική παραγωγή. Μπορεί να προκύψει ως αποτέλεσμα είτε υπερβολικής οστικής απορρόφησης, ώστε να μην υπάρχουν οστικές επιφάνειες για να δημιουργηθεί νέο οστό.Είτε εξαιτίας διαταραχής της οστεοβλαστικής λειτουργίας, που επέρχεται φυσιολογικά με τη γήρανση (6).
Μη επίτευξη φυσιολογικής κορυφαίας οστικής μάζας. Κορυφαία οστική μάζα είναι η μέγιστη επιτυγχανόμενη οστική μάζα κατά τη διάρκεια της ζωής. Είναι λογικό ότι όσο πιο υψηλή είναι αυτή τόσο μικρότερος καθίσταται ο μετέπειτα καταγματικός κίνδυνος. Οι παράγοντες που καθορίζουν την κορυφαία οστική μάζα και επηρεάζουν σε πολύ μεγάλο βαθμό το ρυθμό απώλειας του οστίτη ιστού, μπορούν να κατηγοριοποιηθούν σε μη τροποποιήσιμους και τροποποιήσιμους, όπως θα αναλυθεί στη συνέχεια.(5).
Αυξημένη οστική απορρόφηση (οστικός καταβολισμός). Αυξημένη οστική απορρόφηση μπορεί να προκύψει από: α) έλλειψη οιστρογόνων, β) έλλειψη ασβεστίου και βιταμίνης D, που οδηγεί σε αύξηση των επιπέδων παραθορμόνης στον ορό (δευτεροπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός), γ)ελαττωμένη απορρόφηση από το έντερο ή/και ελαττωμένη δερματική παραγωγή βιταμίνης D, ιδιαίτερα κατά την τρίτη ηλικία, γ) ενδοκρινικές παθήσεις (π.χ. πρωτοπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός, υπερθυρεοειδισμός) και δ) τοπικούς παράγοντες, που επηρεάζονται από την ισχύ των μηχανικών φορτίσεων που δέχονται τα οστά.
Ελαττωμένη οστική παραγωγή. Μπορεί να προκύψει ως αποτέλεσμα είτε υπερβολικής οστικής απορρόφησης, ώστε να μην υπάρχουν οστικές επιφάνειες για να δημιουργηθεί νέο οστό.Είτε εξαιτίας διαταραχής της οστεοβλαστικής λειτουργίας, που επέρχεται φυσιολογικά με τη γήρανση (6).
Από τη στιγμή της σύλληψης έως τη στιγμή της ενηλικίωσης η οστική πυκνότητα αυξάνεται συνεχώς έως την κορυφαία οστική πυκνότητα. Για κάποιο χρονικό διάστημα παραμένει σχετικά σταθερή και έπειτα αρχίζει σταδιακά να μειώνεται. Αυτό συμβαίνει από την ηλικία περίπου των 40 ετών για τους άνδρες, όπου και αρχίζει μια μικρή σταδιακή ελάττωση, και περίπου την ηλικία των 50 ετών για τις γυναίκες, (μετά την εμμηνόπαυση) που αρχίζει μια ελάττωση με ιδιαίτερα αυξημένο ρυθμό (6).
Πολλοί παράγοντες φαίνεται να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη μέγιστη οστική πυκνότητα που θα επιτευχθεί κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης, όπως γενετικοί παράγοντες, φύλο, εθνικότητα, διατροφή, φυσική δραστηριότητα και έκθεση σε διάφορους παράγοντες κινδύνου (κάπνισμα, αλκοόλ, φάρμακα). Εκτιμάται μάλιστα ότι 60-80% της διακύμανσης στη μέγιστη οστική πυκνότητα αποδίδεται σε γενετικούς παράγοντες. Επιπρόσθετα, επιδημιολογικές μελέτες έχουν δείξει ότι αύξηση της μέγιστης οστικής πυκνότητας κατά 10% μπορεί να οδηγήσει σε 50% μικρότερο καταγματικό κίνδυνο μετά την εμμηνόπαυση (7).
Αρκετοί επίσης παράγοντες συμβάλλουν ουσιαστικά στη διατήρηση της οστικής πυκνότητας μετά το τέλος της ανάπτυξης, σε κάποιες περιπτώσεις ίσως και την αύξησή της. Ως σημαντικότεροι παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση της οστεοπόρωσης εμφανίζονται οι: φύλο, κληρονομικότητα, καυκάσια φυλή, προεμμηνοπαυσιακή ανεπάρκεια οιστρογόνων, πρόωρη εμμηνόπαυση, χαμηλό σωματικό βάρος, μεγάλη ηλικία, κάπνισμα, αυξημένη κατανάλωση καφεΐνης, αυξημένη κατανάλωση οινοπνεύματος, δίαιτα χαμηλή σε ασβέστιο, καθιστική ζωή, προηγούμενο κάταγμα, φάρμακα (όπως κορτικοστεροειδή, θυροξίνη, ηπαρίνη, κλπ), διάφορα νοσήματα (ρευματοειδής αρθρίτιδα, υπερθυρεοειδισμός, νεοπλάσματα, ηπατική ανεπάρκεια, χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, ατελής οστεογένεση, σύνδρομο Turner, υπερπρολακτιναιμία) (6, 8).
Εναλλακτικά, θα μπορούσαμε να κατηγοριοποιήσουμε τους παράγοντες κινδύνου σε μη τροποποιήσιμους και τροποποιήσιμους ανεξάρτητα με το αν αφορούν την επίτευξη κορυφαίας οστικής μάζας ή τη διατήρηση της στη μετέπειτα ζωή.
Μη τροποποιήσιμοι είναι αυτοί οι οποίοι δεν εξαρτώνται από συμπεριφορές του ατόμου: φύλο, ηλικία, γενετικοί παράγοντες, προεμμηνοπαυσιακή ανεπάρκεια οιστρογόνων και παθήσεις που επηρεάζουν τον μεταβολισμό των οστών.
Τροποποιήσιμοι είναι αυτοί που αφορούν συμπεριφορές του ατόμου και άρα μπορούν να αλλάξουν με την κατάλληλη συμπεριφοριστική παρέμβαση. Τέτοιοι παράγοντες είναι η ανεπαρκής διατροφική πρόσληψη απαραίτητων θρεπτικών συστατικών για την οστική υγεία, η υπερβολική πρόσληψη καφεΐνης και αλκοόλ, το κάπνισμα και η καθιστική ζωή. Αυτοί οι παράγοντες παρουσιάζουν και το μεγαλύτερο ενδιαφέρον καθώς αποτελούν και το σημείο αυτό στο οποίο τελικά μπορούμε εμείς να παρέμβουμε για την πρόληψη της νόσου.
Μη τροποποιήσιμοι είναι αυτοί οι οποίοι δεν εξαρτώνται από συμπεριφορές του ατόμου: φύλο, ηλικία, γενετικοί παράγοντες, προεμμηνοπαυσιακή ανεπάρκεια οιστρογόνων και παθήσεις που επηρεάζουν τον μεταβολισμό των οστών.
Τροποποιήσιμοι είναι αυτοί που αφορούν συμπεριφορές του ατόμου και άρα μπορούν να αλλάξουν με την κατάλληλη συμπεριφοριστική παρέμβαση. Τέτοιοι παράγοντες είναι η ανεπαρκής διατροφική πρόσληψη απαραίτητων θρεπτικών συστατικών για την οστική υγεία, η υπερβολική πρόσληψη καφεΐνης και αλκοόλ, το κάπνισμα και η καθιστική ζωή. Αυτοί οι παράγοντες παρουσιάζουν και το μεγαλύτερο ενδιαφέρον καθώς αποτελούν και το σημείο αυτό στο οποίο τελικά μπορούμε εμείς να παρέμβουμε για την πρόληψη της νόσου.
Πρακτικά, αρκετές συμπεριφορές των ατόμων μπορούν να έχουν ωφέλιμη προληπτική δράση απέναντι στη νόσο της οστεοπόρωσης και τις βλαβερές συνέπειές της. Τέτοιες συμπεριφορές είναι η αυξημένη φυσική δραστηριότητα, η πρόληψη των πτώσεων, η επάρκεια της διατροφής σε συγκεκριμένα θρεπτικά συστατικά, η αποφυγή του καπνίσματος και υπερκατανάλωσης αλκοόλ.
Αναφορικά με τη σωματική άσκηση, αυτή επιδρά σημαντικά στη μυϊκή και οστική μάζα, στην πρόληψη και τη θεραπεία της οστεοπόρωσης. Συγκεκριμένα, η γρήγορη βάδιση, η αεροβική άσκηση και τα άλματα φαίνεται να μειώνουν ή να προλαμβάνουν τη μετεμμηνοπαυσιακή οστική απώλεια (9-13). Δύο συστηματικές μετά-αναλύσεις που περιελάμβαναν 18 και 7 τυχαιοποιημένες κλινικές μελέτες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η αεροβική άσκηση, οι ασκήσεις με βάρη και οι ασκήσεις αντίστασης αυξάνουν την οστική πυκνότητα σε διάφορα ανατομικά σημεία του σκελετού όπως το ισχίο, η σπονδυλική στήλη και ο καρπός, ενώ φαίνεται να μειώνουν στατιστικά σημαντικά τον κίνδυνο κατάγματος ισχίου (14, 15). Αυτό συμβαίνει διότι όταν επιδρά δύναμη αντίστασης σε κάποιο σκελετικό τμήμα επηρεάζεται η μικροαρχιτεκτονική του οστού και η σύσταση της θεμέλιας ουσίας, με στόχο να γίνει ισχυρότερο το οστό για να μπορέσει να αντεπεξέλθει στις μηχανικές πιέσεις. Είναι ξεκάθαρο λοιπόν, ότι η άσκηση ακόμα και σε ηλικιωμένα άτομα, μπορεί να αυξήσει τη μυϊκή δύναμη και μάζα και μάλιστα δύο φορές περισσότερο σε σχέση με αδρανή άτομα. Αντιθέτως, η καθιστική ζωή και η ακινησία σε μεγαλύτερες ηλικίες, και όχι μόνο, έχουν καταστρεπτικές συνέπειες στα οστά (16). Εκτός όμως από την πρόληψη, πολλές αναερόβιες ασκήσεις αντίστασης συστήνονται ως επικουρικά μέσα θεραπείας των ασθενών με διαγνωσμένη οστεοπόρωση (17). Τέλος, πολύ σημαντική είναι και η συμβολή της άσκησης στη βελτίωση της ποιότητας ζωής και της ψυχολογικής διάθεσης,ιδιαίτερα των ηλικιωμένων ατόμων (18).
Τα περισσότερα οστεοπορωτικά κατάγματα συμβαίνουν μετά από πτώσεις. Άρα λοιπόν η πρόληψη των πτώσεων είναι ένας επίσης παράγοντας, στον οποίο μπορούμε να παρέμβουμε για να ελαχιστοποιήσουμε την εκδήλωση της νόσου. Ασκήσεις ισορροπίας, εκπαίδευση και διόρθωση της όρθιας στάσης μπορούν να βοηθήσουν σημαντικά την πρόληψη των πτώσεων (8), ενώ υπάρχουν και έντυπα βιβλία με ασκήσεις βελτίωσης ισορροπίας (17).
Διατροφή και οστική υγεία: Η διατροφή παίζει αδιαμφισβήτητα καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της κορυφαίας οστικής πυκνότητας έως την ενηλικίωση και στη διατήρηση της κατά την ενήλικη ζωή και τα πρώτα μετεμμηνοπαυσιακά έτη. Παρακάτω θα παρατεθούν σε συντομία τα στοιχεία εκείνα της διατροφής που σύμφωνα με τα πιο σύγχρονα βιβλιογραφικά δεδομένα θεωρούνται ότι συμβάλουν στην οστική υγεία.
Ασβέστιο: Το ασβέστιο βρίσκεται σε διάφορους ιστούς στο ανθρώπινο σώμα. Το 99% όμως, από τα περίπου 1.2kg ασβεστίου, βρίσκεται στα οστά και τα δόντια, ενώ το υπόλοιπο 1% ανευρίσκεται στο αίμα και σε άλλα μαλακά μόρια (μύες, κλπ),εξυπηρετώντας λειτουργικούς σκοπούς (6, 19-21). Το ασβέστιο απορροφάται από τον εντερικό βλεννογόνο με την επίδραση της βιταμίνης D και αποβάλλεται κυρίως από τους νεφρούς με τα ούρα. Μία μικρή ποσότητα αποβάλλεται με τα κόπρανα και μια ακόμα μικρότερη από το δέρμα μέσω του ιδρώτα.(22). Την κύρια πηγή ασβεστίου συνιστούν τα γαλακτοκομικά προϊόντα συνεισφέροντας περίπου το 70% του προσλαμβανόμενου ασβεστίου. (23, 24). Η σημασία των γαλακτοκομικών προϊόντων φυσικά δεν εξαντλείται στο ότι εμπεριέχουν ασβέστιο, διότι παράλληλα αποτελούν σημαντική πηγή πρόσληψης βιταμίνης D, καλίου, φωσφόρου, μαγνησίου, ψευδαργύρου και υψηλής βιολογικής αξίας πρωτεϊνών. Άλλες σημαντικές διαιτητικές πηγές ασβεστίου είναι οι σαρδέλες, η σόγια, το σπανάκι, τα φασόλια, το κουνουπίδι και το λάχανο (25).
Το ασβέστιο έχει χρησιμοποιηθεί ευρέως ως συμπλήρωμα σε οστεοπενικούς και οστεοπορωτικούς ασθενείς. Πρόσφατες μετά-αναλύσεις έχουν δείξει ότι η συμπληρωματική χορήγηση ασβεστίου, σε δόση μεγαλύτερη των 1350mg/ημέρα ελαττώνει την οστική απώλεια στον καρπό, στο ισχίο και τη σπονδυλική στήλη, τουλάχιστον για κάποια χρόνια (26-28). Ωστόσο, στις περισσότερες από τις μελέτες αυτές συν-χορηγείται και βιταμίνη D. Έχει φανεί λοιπόν, ότι μετά από κάποιο χρονικό διάστημα η συμπληρωματική χορήγηση ασβεστίου από μόνη της, δεν φαίνεται να έχει όφελος, ενώ αντίθετα η ταυτόχρονη χορήγηση βιταμίνης D φαίνεται να αποτρέπει την οστική απώλεια (29). Η σημασία της αυξημένης πρόσληψης ασβεστίου συνεπώς είναι δεδομένη για τη διατήρηση της οστικής πυκνότητας, σίγουρα όμως δεν είναι αρκετή από μόνη της για να αποτρέψει την οστική απώλεια.
Φωσφόρος: Ο φωσφόρος αποτελεί το δεύτερο βασικότερο συστατικό των οστών. Μαζί με το ασβέστιο είναι απαραίτητος για τον σωστό οστικό σχηματισμό, ενώ πιθανή έλλειψή του μπορεί να οδηγήσει σε ανεπαρκή επιμετάλλωση των οστών (30). Γενικά, πολύ δύσκολα μπορεί να παρατηρηθεί ανεπάρκεια φωσφόρου στις σύγχρονες κοινωνίες, καθώς η δυτικού τύπου διατροφή είναι πλούσια σε φωσφόρο κυρίως λόγω των πρόσθετων στα τρόφιμα και των αναψυκτικών (25).
Μαγνήσιο: Το μαγνήσιο αποτελεί σημαντικό μέταλλο για την ανάπτυξη και τη σταθερότητα των οστικών κρυστάλλων. Βρίσκεται σε πληθώρα τροφίμων με τα δημητριακά ολικής άλεσης, τους ξηρούς καρπούς, τα όσπρια και τα πράσινα φυλλώδη λαχανικά να αποτελούν πολύ καλές πηγές πρόσληψης (25). Αν και η ανεπάρκεια μαγνησίου είναι σπάνια –με εξαίρεση τους αλκοολικούς – πολλές μελέτες σχετίζουν την διαιτητική πρόσληψη μαγνησίου με την οστική πυκνότητα σε διάφορα ανατομικά σημεία και σε διάφορες ηλικιακές ομάδες (31-35). Σχετικά με τη δράση του μαγνησίου στην οστική πυκνότητα έχουν προταθεί διάφοροι μηχανισμοί. Πιο συγκεκριμένα, η ανεπάρκεια μαγνησίου μπορεί να οδηγήσει αφενός σε μειωμένη παραγωγή παραθορμόνης και ελάττωση των επιπέδων Βιταμίνης D στον ορό (36) και αφετέρου σε μείωση του οστικού σχηματισμού, καθώς το μαγνήσιο είναι απαραίτητο για την αναπαραγωγή των οστεοβλαστών και τη δημιουργία νέου οστού (37, 38). Πρόκειται λοιπόν για ένα σημαντικό στοιχείο για την σκελετική υγεία.
Βιταμίνη D: Η βιταμίνη D φαίνεται ότι επιδρά σε δύο επίπεδα: Πρώτον, αυξάνει την απορρόφηση ασβεστίου από το λεπτό έντερο και δεύτερον επιδρά στους οστεοβλάστες αυξάνοντας την οστική παραγωγή (15). Πλούσιες πηγές διαιτητικής πρόσληψης αποτελούν τα εμπλουτισμένα γαλακτοκομικά προϊόντα, τα λιπαρά ψάρια, τα αυγά, οι μαργαρίνες, το βούτυρο και το συκώτι (25). Έχει υποστηριχθεί ότι συμπληρωματική χορήγηση βιταμίνης D δεν είναι απαραίτητη καθώς η σύνθεση από την υπεριώδη ακτινοβολία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες του ανθρώπινου οργανισμού. Παρόλα αυτά υπάρχουν αρκετές μελέτες που υποστηρίζουν ότι η διατροφική πρόσληψη πρέπει να αυξηθεί (39, 40) ιδιαίτερα σε ευπαθείς ομάδες, όπως οι ηλικιωμένοι, ακόμα και σε χώρες με επαρκή ηλιοφάνεια (41, 42). Πλήθος μελετών και μετά-αναλύσεων υποδεικνύουν ότι η συμπληρωματική χορήγηση βιταμίνης D μπορεί να μειώσει στατιστικά σημαντικά τον κίνδυνο οστεοπορωτικών καταγμάτων σε δοσολογία από 20μg/ημέρα (39, 40, 43-45). Πρόσφατα μάλιστα δημοσιεύτηκε μια μετά-ανάλυση 167 μελετών που έδειξε ότι ημερήσια πρόσληψη μεγαλύτερη από 17.5μg/ημέρα παράλληλα με ασβέστιο (500-1200mg/ημέρα) μπορεί να μειώσει την οστική απώλεια όχι μόνο στην σπονδυλική στήλη και το ισχίο αλλά και σε όλο το σώμα σε σχέση με άτομα σε εικονική αγωγή (46). Από τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι η συμπληρωματική χορήγηση βιταμίνης D έχει σημαντικά οφέλη για την υγεία των οστών και μπορεί να μειώσει τον καταγματικό κίνδυνο συνεπώς η ενημέρωση του κοινού προς αύξηση της πρόσληψης της είναι κάτι που κρίνεται απαραίτητο (47).
Βιταμίνη Κ: Στη βιταμίνη Κ εστιάζεται όλο και περισσότερο η προσοχή της επιστημονικής κοινότητας σχετικά με τον ρόλο της στον οστικό μεταβολισμό.
Πλούσιες πηγές διατροφικής πρόσληψης Βιταμίνης Κ1 είναι τα πράσινα φυλλώδη λαχανικά (σπανάκι, φύλλα από παντζάρια κλπ), τα φυτικά λίπη και οι μαργαρίνες, ενώ πλούσιες πηγές Βιταμίνης Κ2 αποτελούν το συκώτι, μερικά τυριά και προϊόντα ζύμωσης.
Αρκετές μεγάλες επιδημιολογικές μελέτες έχουν επισημάνει μια σχέση μεταξύ της διατροφικής πρόσληψης της βιταμίνης Κ και της σκελετικής υγείας (48-50). Πιο συγκεκριμένα, παρατηρήθηκε συσχέτιση μεταξύ χαμηλής πρόσληψης βιταμίνης Κ (50), και εμφάνισης καταγμάτων ισχίου και χαμηλής οστικής πυκνότητας. Επιπρόσθετα, τα επίπεδα της στο αίμα φάνηκαν να σχετίζονται με αυξημένη οστική πυκνότητα (51). Ωστόσο οι επιδημιολογικές μελέτες εξετάζουν την πρόσληψη κυρίως Βιταμίνης Κ1, που βρίσκεται σε πράσινα φυλλώδη λαχανικά. Οι τροφές αυτές έχουν και πολλά άλλα ωφέλιμα συστατικά, ενώ παράλληλα η αυξημένη πρόσληψή τους μπορεί να είναι αποτέλεσμα ενός γενικότερα υγιεινότερου τρόπου ζωής. Επίσης, σε όλες τις μελέτες που έχουν γίνει με στόχο την ελάττωση του καταγματικού κινδύνου ή την αύξηση οστικής πυκνότητας έχουν χορηγηθεί δόσεις πολύ μεγαλύτερες από τη συνιστώμενη ημερήσια πρόσληψη (90-120μg/ ημέρα) και πολύ μεγαλύτερη από την διατροφικά εφικτή. Συνεπώς καλά ελεγχόμενες κλινικές παρεμβάσεις είναι απαραίτητες για να διερευνήσουν σε βάθος την πιθανή σχέση μεταξύ πρόσληψης Βιταμίνης Κ και σκελετικής υγείας.
Παρατηρούμε οτι πέραν των μη τροποποιήσιμων παραγόντων κινδύνου για την εμφάνιση της οστεοπόρωσης υπάρχουν και αρκετοί παράγοντες οι οποίοι εξαρτώνται από προσωπικές συμπεριφορές. Η πρόληψη είναι το σημαντικότερο εργαλείο για την καταπολέμηση της πάθησης αυτής και επιτυγχάνεται μέσα από υγιεινότερες συνήθειες ζωής, όπως διατρόφή και άσκηση, αλλά και από προληπτικές εξετάσεις στις ομάδες υψηλού κινδύνου για την έγκαιρη θεραπευτική αντιμετώπιση.
diatrofi.gr