Ποιος άφησε το κλειδί στην πόρτα τελικά;

Η ανταλλαγή ακραίων απόψεων, εντός και 
εκτός Κοινοβουλίου, 
στο πλαίσιο της 
πολυφωνίας που 
έφερε ο έστω και αντιδραστικά...
πολυκομματικός χαρακτήρας της νέας Βουλής, αποτελεί για τον καθένα αφορμή να σκεφτεί και να αξιολογήσει γεγονότα και να αναζητήσει τις αιτίες που διαμόρφωσαν τους σημερινούς πολιτικούς συσχετισμούς, κυρίως στα τέρματα του γηπέδου της Βουλής.
Όταν η μπάλα φτάνει κοντά στο τέρμα, δεν είναι σίγουρο ότι κάποιος έκανε κάτι σωστά, αλλά είναι αναμφισβήτητο ότι κάποιος έκανε κάτι λάθος! Οι πολιτικές επιλογές στις πρόσφατες εθνικές εκλογές, σαφώς έχουν άμεση σχέση με την αγανάκτηση λόγω της κρίσης, όμως οι κατευθύνσεις στις οποίες στράφηκε η δυσαρέσκεια οδηγούν σε πολύτιμα συμπεράσματα.
Είναι αφελές να πιστεύει κανείς ότι ένα πρωί οι Έλληνες ξύπνησαν φασίστες, ή πολύ περισσότερο, ότι ήταν από πριν φασίστες… Μια σειρά από γεγονότα και προκλήσεις που συσσωρεύτηκαν τα τελευταία χρόνια έδωσαν την αιτία, ενώ η κρίση έδωσε την αφορμή μέσω της αντιδραστικής αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών, ακόμα και στα άκρα.
Παραδείγματα πολλά… Όταν η γενοκτονία του άμαχου Ελληνισμού της Σμύρνης το 1922, για την οποία ο τότε Αμερικανός πρόξενος έγραψε «αισθάνθηκα ντροπή που ανήκα στο ανθρώπινο γένος», επιδιώχθηκε «προοδευτικά» να διδάσκεται ως ο συνωστισμός των Ελλήνων που προσπαθούσαν να μπουν στα πλοία στο λιμάνι της Σμύρνης, όταν το έπος των Ελλήνων κατά του Φασισμού και Ναζισμού στα 1940-41 (για το οποίο ο Τσόρτσιλ είχε πει το ιστορικό «οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες») είχε καταγραφεί «προοδευτικά» ως απλή «απομάκρυνση» και όταν η ιστορική έκπτωση συνεχίστηκε με την αναθεώρηση της ηρωικής Εξόδου του Μεσολογγίου ως «κίνηση των πολιορκημένων Ελλήνων για να βγουν από την πόλη», όλα σε ένα σχολικό βιβλίο ιστορίας, είναι παράλογο να αναρωτιέται κανείς για το ποιος προσφέρει έδαφος στα άκρα.
Ας σταθούμε λίγο ακόμα στο προηγούμενο, καθώς οι πρωταγωνιστές του όλου εγχειρήματος, ακόμα και μέσα από τη Βουλή, εξακολουθούν να προτείνουν την ίδια “light” προσέγγιση της ιστορίας με προτάσεις κατάργησης εκδηλώσεων μνήμης, από παρελάσεις μέχρι αναπαραστάσεις ιστορικών γεγονότων, για να ανακοπεί, όπως υποστηρίζουν, η ενθάρρυνση φασιστικών φρονημάτων.  Σωστός ο στόχος, λάθος ο τρόπος.
Η Ιστορία σαφώς και δεν πρέπει να διδάσκεται με εθνικιστικές υπερβολές, αλλά ούτε και με περικοπές και απλοποιήσεις. Πρέπει να καταγράφει τα αληθινά γεγονότα αποδίδοντας στο καθένα τη δέουσα βαρύτητα, χωρίς να καλλιεργεί το μίσος, αλλά ταυτόχρονα χωρίς να αποκρύπτει την αλήθεια λόγω συγγραφικής επιπολαιότητας, ιδεολογικών παρωπίδων ή πολιτικής σκοπιμότητας. Το ζητούμενο είναι ο μαθητής να έχει τη συνολική παιδεία που θα του επιτρέπει να κρίνει αντικειμενικά και να μην εκλαμβάνει ως πόλεμο έναν ποδοσφαιρικό αγώνα Ελλάδας Τουρκίας με τις ανάλογες συμπεριφορές, που ως γνωστόν δε λείπουν και εκεί απέναντι.
Αυτήν την παιδεία δεν την πετυχαίνει κανείς με «κούρεμα» της ιστορικής αλήθειας, αλλά με εμπλουτισμό της… Αντί να αποκρύπτεις από την ιστορική αφήγηση τα λάθη του αντιπάλου, μπορείς ρεαλιστικά να προσθέσεις και τα δικά σου. Έτσι καλλιεργείς παιδεία, εκτός αν κατά βάθος δεν είναι αυτός ο στόχος…
Υπάρχουν, όμως, και ζητήματα με άμεσο αντίκτυπο στην καθημερινότητα του πολίτη τα τελευταία χρόνια, στα οποία ο παραλογισμός κυριολεκτικά χτύπησε κόκκινο. Έκτροπα σε διαδηλώσεις, συνεχείς καταλήψεις Πανεπιστημίων, βανδαλισμοί, επιθέσεις σε αστυνομικά τμήματα, καταστροφές δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας, μετατόπισαν καθοριστικά το πολιτικό κέντρο βάρους της κοινωνίας, σε συνδυασμό με την ενίσχυση ακραίων θέσεων απέναντι στο ακαδημαϊκό άσυλο, το μεταναστευτικό και τη δημόσια ασφάλεια, που κινούνταν στα όρια του παραλογισμού.
Το πανεπιστημιακό άσυλο, έως την κατάργησή του πριν από δυο χρόνια, είχε καταντήσει χώρος διακίνησης συγκεκριμένων μόνο απόψεων και από σύμβολο της δημοκρατικής ελευθερίας των ιδεών είχε μετατραπεί σε νομικά κατοχυρωμένο καταφύγιο ανομίας, από τον κλέφτη που επέλεγε το Πανεπιστήμιο για να διαρρήξει ένα αυτοκίνητο ή να αρπάξει μια τσάντα, μέχρι περιστατικά διοικητικής αυθαιρεσίας. Το «επιχείρημα» ήταν ότι παρανομία και έγκλημα υπάρχει και έξω από τα Πανεπιστήμια, επομένως γιατί να το καταργήσουμε και να γίνουμε φασίστες… Η μηδενιστική προπαγάνδα σε όλο της το μεγαλείο.
Στο ζήτημα του μεταναστευτικού, επίσης, οι φερόμενες ως «προοδευτικές» δυνάμεις, μέχρι και σήμερα, επιμένουν στη γενίκευση και την προπαγάνδα, υιοθετώντας και αναπαράγοντας την άποψη ότι πρέπει η χώρα να βρίσκει τρόπο να τους αφομοιώνει όλους. Αγνόησαν την κατάσταση που είχε δημιουργηθεί στα κέντρα των πόλεων και που έφερνε τον κόσμο όλο και περισσότερο στα όριά του, χαρακτηρίζοντας και πάλι ως φασίστα και ρατσιστή οποιονδήποτε έθετε το πρόβλημα. Το επιχείρημά τους -και πάλι- στα όρια του παραλογισμού, ότι ληστείες και εγκλήματα κάνουν και οι Έλληνες. Το γεγονός ότι όταν η χώρα δεν έχει να προσφέρει σ’ αυτούς τους ανθρώπους μια θέση στον ήλιο εκτοξεύεται η πιθανότητα στροφής τους στην παρανομία και το γεγονός ότι με την κατάσταση αυτή πλουτίζουν όσοι διακινούν παράνομους μετανάστες πουλώντας τους ελπίδα μαζί με όσους τους εκμεταλλεύονται σε πλατείες και φανάρια, δεν απασχόλησε ποτέ κανέναν προοδευτικό ιδεολόγο…
Τα παραπάνω σε συνδυασμό με την απουσία πειστικής και βιώσιμης αντιπρότασης και τον περιορισμό σε καταγγελίες και μηδενισμό των πάντων, αφύπνισαν ακραία ανακλαστικά της κοινωνίας,  τα οποία εν μέσω βαθιάς κρίσης, ύφεσης και πολιτικής απαξίωσης εύκολα εκδηλώθηκαν και αποτυπώθηκαν στην κάλπη. Το ένα άκρο, με τη στάση, τις θέσεις και τις πρακτικές του σε μείζονα ζητήματα της κοινωνίας,  δημιούργησε από μόνο του τις προϋποθέσεις ανόδου του άλλου, που με τις δικές του ακραίες θέσεις και πρακτικές συμβάλλει στην ανατροφοδότηση του φαύλου κύκλου της κοινωνικής και πολιτικής παρακμής…
Παιδεία σημαίνει ποιοτικό μετασχηματισμό συνειδήσεων και είναι αδύνατον να υπάρξει μέσω διαστρεβλώσεων και κατευθυνόμενης γνώσης, ούτε μέσω ακραίων παραλογισμών και ισοπέδωσης αρχών, στο όνομα ενός κατ’ επίφαση προοδευτισμού που κατά βάθος λειτουργεί ως μανδύας ενός, διαφορετικής απόχρωσης φασισμού, με αποτέλεσμα την πολιτική νομιμοποίηση και εδραίωση και των δύο άκρων σε ρόλο αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης και ρυθμιστή πολιτικών συσχετισμών. Μεταπολιτευτικά εξάλλου πάντα υπήρχαν πολιτικές φούσκες ανάλογα με τις «ανάγκες» κάθε περιόδου… Ας είμαστε προσεκτικοί.