Η Μαριάννα θέλει να σκοτώσει το ipad και
να ανάψει τσιγάρο
αλλά δεν της φταίει...
το ipad που τα έχει κάνει όλα σκατά στη ζωή της και δεν θα ξαναρχίσει το κάπνισμα τώρα που έχει μείνει με πεντακόσια ευρώ στον λογαριασμό της και καμία προοπτική να τα αυξήσει στο άμεσο μέλλον.
Ούτε και στο ευρύτερο, όπως όλα δείχνουν. Η δημοσιογραφία χωράει πιά το ένα δέκατο εκείνων που χωρούσε πριν από δέκα χρόνια, όταν ακόμα υπήρχαν εφημερίδες, περιοδικά και ραδιόφωνα και τα κανάλια ήταν γεμάτα εκπομπές με γενναιόδωρα μισθολόγια και θέσεις για νεαρές ξανθιές, καστανές και μελαχροινές με καλά πτυχία και σωστές διασυνδέσεις. Τώρα χωράνε μόνον οι απολύτως απαραίτητοι και ο ορισμός του απαραίτητου έχει διαφοροποιηθεί ριζικά, σε όλα τα επίπεδα. Μέχρι πρόπερσι ήταν απαραίτητο και το πετρέλαιο θέρμανσης, ας πούμε. Τώρα στηνόμαστε στην ουρά για μιά ηλεκτρική κουβέρτα στο σούπερ-μάρκετ.
Ναι, θα μπορούσε να φτιάξει ένα μπλόγκ, όπως όλος ο κόσμος. Θα μπορούσε να εκτονώνεται γράφοντας κάθε μέρα, όλη μέρα κι ένα πρωί να ανοίξει το ipad κι να βρει επιτέλους μιά πρόταση για δουλειά, ένα συμβόλαιο με εκδοτικό οίκο, μία ευκαιρία από αυτές που δεν υπάρχουν στο παράλληλο σύμπαν της ελληνικής πραγματικότητας. Άσε που δεν μπορεί να γράψει χωρίς τσιγάρο – και με τα δάχτυλα κατεψυγμένα από το κρύο.
να ανάψει τσιγάρο
αλλά δεν της φταίει...
το ipad που τα έχει κάνει όλα σκατά στη ζωή της και δεν θα ξαναρχίσει το κάπνισμα τώρα που έχει μείνει με πεντακόσια ευρώ στον λογαριασμό της και καμία προοπτική να τα αυξήσει στο άμεσο μέλλον.
Ούτε και στο ευρύτερο, όπως όλα δείχνουν. Η δημοσιογραφία χωράει πιά το ένα δέκατο εκείνων που χωρούσε πριν από δέκα χρόνια, όταν ακόμα υπήρχαν εφημερίδες, περιοδικά και ραδιόφωνα και τα κανάλια ήταν γεμάτα εκπομπές με γενναιόδωρα μισθολόγια και θέσεις για νεαρές ξανθιές, καστανές και μελαχροινές με καλά πτυχία και σωστές διασυνδέσεις. Τώρα χωράνε μόνον οι απολύτως απαραίτητοι και ο ορισμός του απαραίτητου έχει διαφοροποιηθεί ριζικά, σε όλα τα επίπεδα. Μέχρι πρόπερσι ήταν απαραίτητο και το πετρέλαιο θέρμανσης, ας πούμε. Τώρα στηνόμαστε στην ουρά για μιά ηλεκτρική κουβέρτα στο σούπερ-μάρκετ.
Ο ήλιος έχει δύσει και το διαμέρισμα έχει ήδη παγώσει. Ο Αλέκος αγνοείται, ως συνήθως. Όσο περνάνε οι μήνες, τόσο λιγότερο χρόνο θέλει να περνάει με την άνεργη γκόμενα, η οποία τον περιμένει κάθε βράδυ σαν το κοράκι για να ξεφορτώσει πάνω του την βαρεμάρα της ημέρας. Τι ωραία που τα γράφει ο ρεπόρτερ, κυρία Μαριάννα μας! Πόσο εύστοχα και με πόσο λίγες λέξεις! Τι κρίμα να πηγαίνει χαμένο ένα τέτοιο ταλέντο! Αν είχε γεννηθεί στην Αμερική τώρα θα έγραφε για τους New York Times, εννοείται.
Δεν έχει όρεξη να κάνει απολύτως τίποτα απόψε, όπως κάθε βράδυ άλλωστε. Η μάνα της επιμένει ότι η μαγειρική «είναι θεραπευτική» κι ότι ο Αλέκος σίγουρα θα ήθελε να γυρίζει σε ένα σπίτι που «μοσχοβολάει νοστιμιές» αλλά τόσα ξέρει η μάνα της, τόσα λέει. Θεραπευτική θα ήταν μόνο μία δουλειά με μισθό κάθε τέλος του μήνα και ο Αλέκος τρώει μόνο κρέας με πατάτες - και κανένα μακαρόνι για ποικιλία. Άσε που αν αρχίσει να μαγειρεύει τώρα που έκοψε το τσιγάρο, σε καναδυό μήνες θα καταντήσει ντουλάπα και θα ξεμείνει κι από γκόμενο. Και θα χρειαστεί να συγκατοικήσει με τη μαμά και τον μπαμπά στα 33 της. Χοντρή, άνεργη και αγάμητη.
Γι’ αυτό τρέχει γύρω-γύρω από τον Λυκαβητό σαν την τρελή Το χοντρή μπορεί να το ελέγξει. Και το αγάμητη θα μπορούσε να ελέγξει αν ακολουθούσε την τακτική της Χριστίνας και γύριζε κάθε βράδυ από τα μπαρ με διαφορετικό δημοσιογράφο, φωτογράφο, εκδότη, παραγωγό, οπερατέρ και ηχολήπτη. Πήδα-πήδα, όλο και κάποια δουλειά θα βρεθεί είναι το σύστημα Χριστίνας, το οποίο ναι μεν έχει πενιχρά επαγγελματικά αποτελέσματα μέχρι στιγμής αλλά εξασφαλίζει το σεξ το επιούσιον, το οποίον είναι απολύτως απαραίτητο για την ψυχική ισορροπία κάθε ανθρώπου. Πόσο μάλλον όταν είναι άνεργος και άφραγκος.
Φυσικά και θυμάται πότε το έκαναν τελευταία φορά με τον Αλέκο. Πέρισυ. Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, ενώ ετοιμάζονταν για το ρεβεγιόν στην αδελφή του και του ζήτησε να αποφασίσει ποιό απο τα στρίνγκ που της έκανε δώρο τα χριστούγεννα έπρεπε να φορέσει για να μπει καλά το ’13. Την πήρε βγάζοντας και βάζοντας στρίνγκ και στο τέλος της πρότεινε να μην φορέσει απολύτως τίποτα κάτω από το φόρεμα αλλά στην επιστροφή από το ρεβεγιόν τα χαράματα ήταν και οι δύο πολύ λιώμα και κοιμήθηκαν σαν τούβλα. Κι επειδή όπως η πρωτοχρονιά, έτσι και η χρονιά, παρέμειναν τούβλα. Και σε λίγο μπαίνει Μάρτιος.
Το πρώτο πράγμα που θα σκεφτόταν ο ρεπόρτερ είναι ότι ο Αλέκος έχει γκόμενα. Κάποια από τις βλαμένες του καναλιού μάλλον, την οποία θα πηδάει σε τουαλέτες, γραφεία και αυτοκίνητα. Για ποιόν άλλο λόγο μπορεί να μην θέλει να πηδήξει την άνεργη και νευρωτική γκόμενά του, η οποία περιφέρεται όλη μέρα σαν το ζόμπι με τη ρόμπα και το ipad και στα διαλείμματα φοράει φόρμες και τρέχει λες και την κυνηγάει η Κατάθλιψη αυτοπροσώπως. Που την κυνηγάει. Και την φτάνει κάθε μέρα και πιο πολύ κι ας τρέχει κάθε μέρα και πιό μακριά, χάνοντας κάθε μέρα και περισσότερα κιλά – που δεν έχει. Άνεργη, αποστεωμένη και καταθλιπτική, γιατί να μην θέλει να την πηδήξει ο άθλιος;
Αυτά παθαίνει όποιος δεν έχει λεφτά για ψυχαναλυτές. Καταλήγει να φταίει για όλα και τρέχει για να τιμωρηθεί – πάλι καλά. Άλλοι βαράνε ενέσεις.
Τα παπούτσια της είναι στην αποθηκούλα, από χθες το βράδυ, δίπλα στην τσάντα του κολυμβητηρίου του Αλέκου, επίσης απο χθες το βράδυ. Γι’ αυτό άργησε χθες, υποτείθεται. Κόλλησε στην πισίνα. Σήμερα πρέπει να σκεφτεί κάτι άλλο, όμως, διότι η τσάντα του είναι εδώ – και ίσως περιέχει κάποιο στοιχείο που θα μπορούσε να φανεί χρήσιμο στον ρεπόρτερ. Να μιά καλή δικαιολογία για να κάνει αυτό που θα έκανε κάθε καλή σύντροφος που μένει όλη μέρα σπίτι κι έχει απεριόριστο χρόνο για να τακτοποιεί τις τσάντες και τα άπλυτα του καλού της, όπως το βρεγμένο μπουρνούζι του, που βρωμάει χλώρια κι έχει να πλυθεί 32 μήνες. Το ακουμπάει πάνω στο πλυντήριο κι όπως βάζει το χέρι της μέσα στην τσάντα για να βγάλει κι άλλα άπλυτα, νιώθει κάτι να κινείται πρώτα κι ύστερα βλέπει κάτι μαύρο να ξεπροβάλλει ανάμεσα σε σώβρακα και κάλτσες. Κάποιο φρικτό και απαίσιο έντομο, το οποίο έρχεται προς το μέρος της κι ίσα που προλαβαίνει να αρπάξει το παπούτσι της και να το κοπανήσει πριν της επιτεθεί και την δαγκώσει και πεθάνει μόνη της στο άδειο σπίτι.
Το κράτς θυμίζει κατσαρίδα αλλά αυτό το πράγμα δεν ήταν κατσαρίδα, λέει ο ρεπόρτερ. Σαρανταποδαρούσα-γίγαντας, μάλλον. Μπορεί να το διαπιστώσει σηκώνοντας το φονικό παπούτσι, υπό την προϋπόθεση ότι από κάτω υπάρχει πτώμα. Καλού-κακού φοράει κάτι γάντια της βέσπας που βρίσκει πάνω στο πλυντήριο και σηκώνει το παπούτσι αργά και προσεκτικά. Πτώμα, σίγουρα. Όχι κατσαρίδα, σίγουρα. Ούτε σαρανταποδαρούσα. Οκτώ πόδια μεν, σίγουρα όχι χταπόδι δε. Και δυό δαγκάνες.
Πότε ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που είδε σκορπιό στη ζωή της; Σ’εκείνο το καταραμένο κάμπινγκ με τον Άρη στην Εύβοια, που ο σκορπιός λίγο έλειψε να δαγκώσει τον κώλο της μαλακισμένης, με τον οποίο κώλο τον έπιασε τελικά να το κάνει στη διπλανή σκηνή – τον Άρη, όχι τον σκορπιό. Αυτόν τον σκότωσαν με μιά κοτρώνα.
Ξαναπατάει το πτώμα με το παπούτσι και τρέχει στο ipad για να γκουγκλάρει το ζήτημα και να βεβαιωθεί ότι πράγματι, ένας σκορπιός βγήκε από την τσάντα πισίνας του Αλέκου, η οποία πισίνα είναι κλειστή και βρίσκεται στο πιο κεντρικό σημείο της πρωτεύουσας και δεν έχει καμία επαφή με δάση και φύση και χώματα.
Πώς διάολο βρέθηκε σκορπιός στην τσάντα του Αλέκου; Οι σκορπιοί δεν σκαρφαλώνουν, διαβάζει. Άρα αποκλείεται να ανέβηκε στον πέμπτο και να χώθηκε στην τσάντα του αφού γύρισε σπίτι. Κατά πάσα πιθανότητα, ο σκορπιός ήρθε μαζί του από έξω, τι σημασία έχει από πού; Αυτό που έχει σημασία είναι ότι κείται νεκρός κάτω από το παπούτσι της. Το οποίο πρέπει να φορέσει για να τρέξει. Πλακώνει το πτώμα με ένα All Star του Αλέκου, το σπρώχνει στην άκρη, φοράει τα παπούτσια της και περνάει τις επόμενες δύο ώρες τρέχοντας γύρω-γύρω από τον Λυκαβητό, όπως κάθε βράδυ.
Επιστρέφει λίγο μετά τις οκτώ κι ο Αλέκος δεν έχει γυρίσει, ούτε έχει τηλεφωνήσει. Μόνον η Χριστίνα έχει αφήσει ένα μήνυμα και την παίρνει αφού κάνει ένα καυτό ντους κι εγκαθίσταται με πυζάμα, ρόμπα και μιά ζεστή σοκολάτα – με ελάχιστο ρούμι- στον καναπέ.
«Άκου φάση χθες το βράδυ!» αρχίζει η Χριστίνα, που πρέπει να είναι στο τρίτο κούμπα λίμπρε με άδειο στομάχι κι ακούγεται πολύ εύθυμη.«Είμαι με γκόμενο μπροστά στο τζάκι κι εκεί που γονατίζω ανάμεσα στα πόδια του για να του πάρω μια μεγαλοπρεπή πίπα, τι νομίζεις ότι βλέπω να ξεπροβάλλει ξαφνικά από τα ξύλα;»
«Ένας σκορπιός;»
Η σιωπή που επικρατεί από την άλλη πλευρά του ακουστικού είναι τόσο απότομη και τόσο αφύσικη που νομίζει ότι έπεσε η γραμμή.
«Χριστίνα;»
Σιωπή.
«Είσαι εκεί, Χριστίνα;»
«Πού το ξέρεις ότι ήταν σκορπιός;»
«Δεν το ξέρω, ρε συ, αλλά βρήκα κι εγώ έναν σκορπιό στην τσάντα του Αλέκου!» λέει και μόλις το λέει καταλαβαίνει τι λέει και σταματάει να λέει. Για λίγο δεν μιλάει καμιά τους.
«Του την πήρες την πίπα τελικά;»
Η Χριστίνα δεν απαντάει, ακούγεται σαν να κλαίει.
«Ο σκορπιός τι έγινε;»
Κι άλλο κλάμα.
«Εγώ, πάντως, τον άφησα μέσα στη τσάντα του Αλέκου. Κι ελπίζω να τον δαγκώσει εκεί που του αξίζει...»
«Χριστίνα;»
Σιωπή.
«Είσαι εκεί, Χριστίνα;»
«Πού το ξέρεις ότι ήταν σκορπιός;»
«Δεν το ξέρω, ρε συ, αλλά βρήκα κι εγώ έναν σκορπιό στην τσάντα του Αλέκου!» λέει και μόλις το λέει καταλαβαίνει τι λέει και σταματάει να λέει. Για λίγο δεν μιλάει καμιά τους.
«Του την πήρες την πίπα τελικά;»
Η Χριστίνα δεν απαντάει, ακούγεται σαν να κλαίει.
«Ο σκορπιός τι έγινε;»
Κι άλλο κλάμα.
«Εγώ, πάντως, τον άφησα μέσα στη τσάντα του Αλέκου. Κι ελπίζω να τον δαγκώσει εκεί που του αξίζει...»