Στο βάθος θάλασσα

Ψοφόκρυο. Βροχή να 
μη προλαβαίνουν να 
την καταπιούν τα λούκια.

6.30 η ώρα το πρωί στο λιμάνι της Ραφήνας. Προορισμός Τήνος. Πεθαίνω για αγουροξυπνημένα χειμωνιάτικα λιμάνια.
Να έχουν σηκωμένους γιακάδες οι επιβάτες, από τα στόματα να φεύγουν συννεφάκια και όλα τα τεμπέλικα «ωχου!» να φωτογραφίζονται στα μάτια τους. Λατρεύω να βλέπω κόπρους στη σειρά, να χαζεύουν ταξιδιώτες. Βαριεστημένους ν΄ανασηκωθούν ώσπου ένας…Πάντα ο ένας από τους πολλούς… Ίσως για την τιμή των όπλων… Ξεσηκώνει έναν τσαμπουκά στο ξεκάρφωτο. Γάβγισμα και κακό! Και μετά ξανακάθεται ξαλαφρωμένος ό,τι και καλά κάτι κατάφερε!
Λατρεύω τα πλοία τον χειμώνα. Έτσι με το τεράστιο στόμα της μπουκαπόρτας ορθάνοιχτο. Και μέσα οι θέσεις άδειες. Άντε δυο τρεις γριές μαυροφορεμένες. Άντε δυο τρεις φορτηγατζήδες ν΄ανάβουν τσιγάρο, ένας πιο κει…Μωρέ σαν γνωστός μου μοιάζει…Γυρίζει μετά από επίσκεψη σε γιατρό στην Αθήνα. Δίπλα η γυναίκα του που κουράστηκε ν΄ακούει μέρες τα «πονάω» του και ξαποσταίνει με λίγο ύπνο, τόσο δα, με μαξιλάρι μια κολώνα. Απέναντι μια όμορφη και ένας με μια περίεργη μύτη. Μη τον κοιτάς έτσι! Μετρημένοι οι επιβάτες.
Προχωρώ στην πρώτη θέση. Μη βιάζεσαι να κρίνεις. Πεθαίνω για την μέσα στο παράσημο στολή του ανθρώπου που φυλάει την πόρτα της. Για την ψευτομπογιατισμένη πολυτέλειά της Α θέσης. Τούτο το πλοίο είχε κόκκινη μοκέτα και δέρμα φιδιού στα αμπαζούρ του. Είχε και πλαστικές ανθοδέσμες σαν σε μπορντέλο πολυτελείας. Μόνο η Μαντάμ Κλοντ έλειπε.
Λατρεύω να ταξιδεύω χειμώνα στο νησί. Τα πλάνα είναι αργόσυρτα. Έχεις χρόνο να μελετάς την εικόνα. Τα πορτατίφ καμπαναριά το βράδυ, τα έρημα στενά, το άσπρο όπως καταγράφεται στο σκοτάδι, τους δυο τρεις μέσα στο «Κουτούκι της Ελένης», τον Γιώργο στον «Ταρσανά» μέσα από τα θαμπά τα τζάμια, μια σκιά βιαστική, ένας παπάς και το ράσο του ν΄ανεμίζει., ένα στολίδι που ξέμεινε από Χριστούγεννα.
Και μετά φτάνεις στο χωριό…Στον Κάμπο τούτη τη φορά που είναι και το μουσείο Κώστα Τσόκλη. Και σου μοιάζει ότι είσαι η μόνη κάτοικος στον πλανήτη. Και περπατάς μέσα στο σκοτάδι και παλεύει η λαχτάρα με τον φόβο. Και γραπώνεσαι από το γέλιο για να ξεθαρρέψεις. Και πετάγεται μια γάτα και σου κόβει τα ύπατα με μιας! Πού είσαι Χίτσκοκ. Μα το πρωί…Αχ το πρωί! Ανοίγεις παράθυρο κι ανασηκώνεις μια ασπροκεντημένη κουρτίνα που την πάλεψαν δάκτυλα, κρινοδάκτυλα που ούτε και τα γνώρισες κι ας έχεις το έργο τους μπροστά στα μάτια σου…Ανοίγεις που λες το παράθυρο και…Αστράφτει ένας ήλιος. Και να το Ξώμπουργο στο βάθος…Ένας βράχος να! Τεράστιος. Σαν αυτούς που φαντάζονται τα παιδιά ότι τους κατοικούν γίγαντες στα παραμύθια…Η Eurodisney της Τήνου… Άσε τον Μίκυ για τους Αμερικάνους…Και να! Πράσινα λιβάδια οριοθετημένα με ξερολιθιές και ένα μονοπάτι φίδι. Και να! ένας κόκορας να παίρνει το ηχητικό μέρος όλο πάνω του. Και να! Δυο αγελάδες με ξενοιασμένο βλέμμα και κουδουνάκια από πρόβατα κάπου στο βάθος. Και παίρνω μια βαθιά ανάσα…Να οξυγονώσω τις αισθήσεις να βγάλουν πέρα τόση ομορφιά που τους ήρθε απότομα…Και πάνω στο απόλυτο, όπως το λογαριάζω, χτυπάει και η καμπάνα του χωριού…Ξανά και ξανά…Και σπάει το απόλυτο. Και μοιάζει η σκηνή σαν τα υφάσματα στων παλιών υφασματέμπορων τα χέρια, όταν τα έκοβαν με το ψαλίδι κι προχώραγαν το χέρι παραπέρα από το μέτρο κι έλεγαν «Με αέρα! Με γειά σας!»…Τήνος του χειμώνα. Στο βάθος θάλασσα!
Όχι δεν είναι παράδεισος εδώ. Οι άνθρωποι έχουν ανασφάλειες, αγωνίες, μετράνε και ξαναμετράνε ταμεία που δεν βγαίνουν. «Άραγε θάχουμε δουλειά το καλοκαίρι;».Και βέβαια χρωστάνε και βέβαια αγκομαχάνε επιταγές και βέβαια βρίζουν για δόσεις δανείων και βέβαια φτύνουν θυμούς στα σπίτια και ξεσκίζονται οι σχέσεις και πετάνε ο ένας στον άλλον, όλα τα «εσύ φταις» του κόσμου. Χλαπάτσες, πατσαβούρια. Και δω μουτζώνονται. Και δω παίζει το «μαλάκας» προς όλες τις κατευθύνσεις μέχρι το κρεσέντο του «Εγώ ο μαλάκας!».  Όχι δεν είναι παράδεισος εδώ. Οι άνθρωποι μάχονται με απαγορευτικά, με άνεμους και στοιχειά. Με μποφόρ μέσα τους! Αυτά τα μποφόρ είναι τα αληθινά ζόρικα. Πολλάκις αταξίδευτα…Όχι δεν είναι παράδεισος εδώ αλλά…Πώς να στο εξηγήσω; Στο βάθος του πλάνου θάλασσα. Μεγάλη υπόθεση και ευλογία!. Ποτέ δεν κατάλαβα πώς βρεθήκαμε οι Έλληνες να προσευχόμαστε σε Παναγιά και Χριστό….Με τέτοια θάλασσα στα μάτια μας! Αγκάλη ορθάνοιχτη να σου δώσει προοπτική. Στο βάθος θάλασσα συνταξιδιώτες. Τόση θάλασσα! Πάρτε το μονοπάτι της…Κάπου θα μας βγάλει.

Υ.Γ: Σ΄αυτό το ταξίδι είχα την τύχη να δω την μπύρα ΝΗΣΟΣ στα σπάργανα. Μια μικρή μονάδα στο νησί. Να ένα μονοπάτι!