Ευρώπη cui bono?

Αν υπάρχει ένα σύνθημα με διαχρονική ισχύ στη χώρα αυτή,τουλάχιστον μετά το 1949,είναι ότι ανήκουμε...
στη Δύση. 

Πολιτικά, οικονομικά και ιδεολογικά. Η πολιτισμική υπαγωγή είναι μια άλλη ιστορία. 
Από τον Fallmerayer, μέσω του Alfred Rosenberg, μέχρι το  Focus και την Bild, η πολιτισμική εγγύτητα των Νεοελλήνων με την Ευρώπη αμφισβητείται. 

Για τον Φύρερ, η πίστη στη συνέχεια της ελληνικής φυλής κράτησε μέχρι τη μάχη της Κρήτης. Μετά, ο Αδόλφος μάλλον προσχώρησε στην άποψη του Rosenberg…

Αν, όμως, πριν από το 1989 είχε κάποιο νόημα να τονίζει κανείς τη φυσική θέση 
της Ελλάδας στη Δύση, και πιο συγκεκριμένα στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα και 
αργότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το τελευταίο τέταρτο του αιώνα η υπενθύμιση 
αυτή έχει χάσει τη σημασία της. Το δίλημμα «Ανατολή-Δύση» δεν υφίσταται 
πλέον – τουλάχιστον με την έννοια του διπόλου «σοσιαλισμός-καπιταλισμός». 
Ακόμη και η κοντινή Αλβανία προσχώρησε στο καπιταλιστικό στρατόπεδο, στη 
Δύση. Η αγωνία του κομμουνιστή αντάρτη Εμβέρ Χότζα στα αλβανικά βουνά το 
1944 να εγκαθιδρύσει στην Αλβανία για πάντα το Σοσιαλισμό, προλαβαίνοντας 
τους Μπαλίστες εθνικιστές, έφερε στο προσκήνιο αργότερα τον… Σαλή Μπερίσα. 
Ποιος είπε ότι η ιστορία δεν έχει πικρό χιούμορ;

Όμως, για ποια Δύση και ποια Ευρώπη μιλάμε σήμερα; Μιλάμε για μια Ευρώπη 
που κάνει περικοπές στον προϋπολογισμό της, τη στιγμή που η φτώχεια, η 
ανέχεια και ανεργία εξαπλώνονται επικίνδυνα στον ευρωπαϊκό νότο. Μιλάμε για 
μια Ευρώπη που λέει ότι έχει Κοινοβούλιο, αλλά οι κρίσιμες αποφάσεις 
λαμβάνονται στις όχθες του ποταμού Spree. Μιλάμε για μια Ευρώπη της 
σύγκλισης των νομοθεσιών και των καταστάσεων, αλλά βλέπουμε να προωθείται 
μια Ευρώπη των «ζωνών», ανάλογα με την ισχύ της οικονομίας των κρατών που 
απαρτίζουν τις «ζώνες».

Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί σήμερα να εγγυηθεί στοιχειώδη εξομοίωση 
των συνθηκών διαβίωσης και των δυνατοτήτων πρόσβασης στο σύστημα 
απασχόλησης. Πασχίζει, βεβαίως, να εξομοιώσει τις συνθήκες αλλού, εκεί που 
δεν θίγονται οι κανόνες της ταξικής κατανομής του πλούτου. Αλλά πόσο μπορούν 
να παρηγορηθούν οι Έλληνες, οι Ιταλοί και οι Ισπανοί νέοι που χάνουν τη ζωή 
τους έξω από το μη-σύστημα απασχόλησης στον ευρωπαϊκό Νότο, όταν 
γνωρίζουν ότι η Ευρώπη με την ενιαία νομοθεσία της εγγυάται το δικαίωμα του 
ατόμου στη σεξουαλική ταυτότητα της αρεσκείας του ή το δικαίωμα της 
«απαλλαγής» του μαθητή από τα θρησκευτικά σύμβολα στο νηπιαγωγείο, το 
Δημοτικό και το Γυμνάσιο; Τη στιγμή που το κεντρικότερο ανθρώπινο δικαίωμα, 
το δικαίωμα στην εργασία και μέσω αυτής σε μια αξιοπρεπή διαβίωση, η ίδια 
αυτή η τόσο ευαίσθητη στην παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων Ευρώπη 
δεν μπορεί να το διασφαλίσει;

Υπάρχουν εύλογες αμφιβολίες για την Ευρώπη. Όχι τόσο για το αν η χώρα μας 
ανήκει σ’ αυτή – λίγοι στη σημερινή Ελλάδα πιστεύουν ότι μπορούν να κερδίσουν 
κοινωνικές πλειοψηφίες για την αποχώρηση από την Ευρωζώνη και την 
Ευρωπαϊκή Ένωση – αλλά για το πού ανήκει και για ποιον υπάρχει η ίδια η 
Ευρώπη. Ανεξάρτητα από το αν ισχυροί εκδοτικοί και πολιτικοί κύκλοι στη Βόρεια 
Ευρώπη πιστεύουν ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να ανήκει στην Ευρωζώνη και την 
Ευρωπαϊκή Ένωση και ότι κακώς εντάχθηκε σε αυτούς τους οργανισμούς, 
υπάρχουν Έλληνες πλέον που θέτουν το ερώτημα, πού βαδίζει η Ευρώπη και 
ιδιαίτερα η Ελλάδα μέσα σε μια τέτοια Ευρώπη;

Διότι τα αναπάντητα ερωτήματα σε σχέση με την Ευρώπη και τη συμπεριφορά της 
απέναντι στην Ελλάδα – και τονίζω: ειδικά την Ελλάδα – πυκνώνουν. 
Ας δούμε μερικά.

Γιατί, όταν εξ αιτίας μιας άκρως ερασιτεχνικής και πολιτικά εγκληματικής 
πολιτικής της ελληνικής ηγεσίας μετά τις εκλογές του 2009 οι «αγορές» 
εκμεταλλεύτηκαν τη δυνατότητα άκρατης κερδοσκοπίας εις βάρος των Ελλήνων, 
η Ευρώπη – μέσω κυρίως της Γερμανίας και των πολιτικών της δορυφόρων – 
στην αρχή αρνήθηκε να εγγυηθεί μια λύση για το χρέος, δίνοντας σήμα στις 
«αγορές» να καταβάλουν τη χώρα, και μετά αποφάσισε να επιβάλει σε ένα 
μέλος της απίστευτα σκληρούς όρους δανεισμού, συνδέοντας τα δάνεια με 
ένα μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα που θύμιζε έντονα τις αλλαγές στην Ανατολική 
Ευρώπη μετά την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων;

Οι ερμηνείες που έχουν δοθεί μέχρι τώρα, αφήνουν πολλά κενά. Σύμφωνα με 
την πρώτη, η Μέρκελ έδρασε με μικροκομματική λογική, προκειμένου να 
διασφαλίσει καλά εκλογικά αποτελέσματα για τον κυβερνητικό συνασπισμό. 
Σύμφωνα με τη δεύτερη, το περιεχόμενο της λύσης το επέβαλαν οι παγκόσμιοι 
παίκτες, δηλαδή οι «αγορές», ενώ οι τοπικοί (Ευρωπαίοι) διαχειριστές της 
κρίσης, όπως η Μέρκελ και ο Σαρκοζί, απλώς ανοιγόκλειναν τα στόματά τους για 
να ανακοινώσουν ό,τι υπαγόρευαν οι ισχυροί. Σύμφωνα με την τρίτη ερμηνεία, η 
σύνδεση των «πακέτων βοήθειας», όπως κυνικά ονομάστηκαν τα νέα δάνεια
με ένα πρόγραμμα παρεμβάσεων στην ελληνική κοινωνία, το κράτος και 
οικονομία, ήταν μονόδρομος, δηλαδή η μόνη δυνατή λύση εκείνη τη στιγμή, 
ανεξάρτητα από το τι θα επιθυμούσε η ευρωπαϊκή ελίτ αν είχε άλλη επιλογή.

Γιατί, όταν άρχισε η κρίση χρέους μεγάλα εκδοτικά συγκροτήματα σε 
βορειοευρωπαϊκές χώρες άρχισαν συντονισμένα να βομβαρδίζουν το κοινό τους 
με γεγονότα και εκτιμήσεις για την Ελλάδα και τους Έλληνες, με προφανή στόχο 
την καλλιέργεια ενός μονοσήμαντα αρνητικού συναισθήματος – πραγματικής 
εχθρότητας αν όχι και μίσους – εναντίον των Ελλήνων εν γένει, και όχι εναντίον 
της διευθύνουσας ελληνικής ελίτ ή ενός συστήματος πολιτικών ιδεών και 
πρακτικών, όπως είχε γίνει με την αποδόμηση των κομμουνιστικών καθεστώτων 
στην Ανατολική Ευρώπη και τα Βαλκάνια; Ο ανθελληνισμός στη Βόρεια 
Ευρώπη δεν έχει κοπάσει ακόμη, παρότι έχει κάπως υποχωρήσει. Κυρίως, 
όμως, δεν έχει ερμηνευτεί επαρκώς.

Γιατί, ακόμη και τώρα που είναι πια σε όλες τις πλευρές σαφές ότι η λύση που 
επιβλήθηκε από την Ευρώπη στην Ελλάδα δημιούργησε περισσότερα και 
μεγαλύτερα προβλήματα από αυτά που πήγε να λύσει, οι ισχυροί Βόρειοι 
εταίροι επιμένουν στο δόγμα “pacta sunt servanda”; Γιατί δεν προχωρούν στις 
αναγκαίες προσαρμογές των συμφωνηθέντων;

Δεν έχουμε ακόμη στα χέρια μας τα στοιχεία εκείνα που θα μας επέτρεπαν να 
αναπαραστήσουμε με ακρίβεια, και έτσι να κατανοήσουμε πλήρως, όχι τόσο πώς 
και γιατί προέκυψε η κρίση χρέους, όσο γιατί η Ευρώπη, στην οποία ανήκουμε, 
επέλεξε τους χειρισμούς που έκανε για την αντιμετώπισή της.

Θέλησε η Γερμανία να προκαλέσει μια ελεγχόμενη καθεστωτική αλλαγή 
στην Ελλάδα, όπως στην Ανατολική Γερμανία μετά το 1989; Έπαιξε με την 
ιδέα της συρρίκνωσης της Ευρωζώνης μέσω της πρόκλησης έκτακτων πολιτικών 
και κοινωνικών γεγονότων και (ουσιαστικά, εμφύλιων) συγκρούσεων στην 
Ελλάδα που θα επέτρεπαν την έξοδό της από την Ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή 
Ένωση, ώστε να «διορθωθεί» με αυτόν τον τρόπο το πολιτικό σφάλμα της 
ένταξής μας στην Ευρώπη και την Ευρωζώνη;

Θέλησε, μήπως, να χρησιμοποιήσει την Ελλάδα ως την πιο κατάλληλη 
ευκαιρία για να διαμορφώσει την ατζέντα μιας «Νέας Ευρώπης» στην οποία η 
Γερμανία θα έχει την πολιτική και οικονομική ηγεμονία, δηλαδή μιας Ευρώπης 
στα μέτρα των εθνικών συμφερόντων της Γερμανίας;
Θέλησε να φτιάξει μια Ελλάδα όπου οι οικονομικά «εύρωστες» χώρες θα 
αγοράζουν φτηνά εργασία, γη, περιουσία και ενέργεια;

Τίποτε από αυτά δεν μπορεί να αποκλειστεί. Και ιδιαίτερα η τελευταία εκδοχή. 
Αν αποδειχθεί ότι αυτή όντως ισχύει, τότε είναι η τρίτη φορά μέσα σε εκατόν 
πενήντα χρόνια που ο γερμανικός εθνικισμός βάζει πλώρη για τη διαμόρφωση 
μιας Ευρώπης με τους δικούς του όρους. Θα τα καταφέρει αυτή τη φορά 
ειρηνικά;