Μια αταίριαστη παρέα κακομούτσουνων ανθρώπων…

Γράφω γράμματα σε μια ευθεία,ενώ κοιτώ σχεδόν ανάποδα τον κόσμο,εμείς ορίσαμε το κανονικό...
σε κάθε λέξη, τα γράμματα σκόπιμα βαλμένα λάθος, ανορθόγραφα, μια αταίριαστη παρέα κακομούτσουνων ανθρώπων, ορίζουν την μικρή τους ιστορία.

Περπατάμε σχεδόν ολόϊσια, 
βλέπουμε φορώντας φακούς, 
με απίστευτη οξύτητα,  
ξεχωρίζουμε τους ανθρώπους από το πόσο μας μοιάζουν και όταν συναντάμε το 
διαφορετικό, τότε κλονιζόμαστε.

Θλιβερά μίζερη ετούτη η κοινωνία, όσα φεγγάρια κι αν πατήσει, όσα αστέρια κι 
αν βαφτίσουμε με το μικρό μας όνομα, κάθε που θα τρακάρουμε ένα ανάπηρο 
παιδί, έναν παραπληγικό άντρα, μια τυφλή γυναίκα, τότε γυρνάμε το κεφάλι 
από την ανημποριά ή τον τρόμο.

Όλα φτιαγμένα για την ομάδα, με καθρέφτες σύμμαχους, όλα ίδια, σαν μικρές 
σταγόνες υδρατμών πάνω στα τζάμια, αν βρεθεί κάτι διαφορετικό, είναι 
ταυτόχρονα έξω από τον κύκλο.

Αποκρουστικοί νάνοι, σίγουρα βοηθούν την κυκλώπεια, αρμονική όψη μου.

Ανάπηρα παιδιά, βολεύουν την φιλότιμη καρδιά μου,  με κάνουν να φτύνω, 
όμως με αγάπη, το καρπερό μου σώμα.

Ο κόσμος που βαρυγκωμώ,  σχεδιάστηκε ολότελα για μένα, για τύπους σαν 
εμένα. Δίποδο που περιγράφει χάρτινους πόθους, ίδια κι απαράλλαχτα,  νομίζω 
πως είναι δικά μου τα πλάνα και ο ορίζοντας γράφει ανεξίτηλα το όνομλα μου.

Έτυχε να γεννηθώ μέσα στα όρια των ρούχων, σε όλα κουτσά-στραβά, 
χωράω, large, extra large, medium, small, έχω από δυό, χέρια πόδια, μάτια και 
τα κρυμμένα, όλα κανονικά, ταιριάζουν με τα πρότυπα, εκείνα που στοιβάζουν σε 
κάθε ρετουσαρισμένο ολόγραμμα ή ψεύτικη, δισδιάστατη εικόνα.

Είμαι σίγουρος πια, είμαι φτιαγμένος να μοιάζω στους Θεούς, δεν μου 
χαρίστηκε τίποτε, όλα ήταν στο μεγάλο σχέδιο, να κατοικήσω και να εξελίξω με 
την παρουσία μου τον φτωχό κόσμο. Οι άλλοι, δεν είχαν καλό ζάρι, δεν 
επιλέχθηκαν να γίνουν παντοδύναμοι, να ξεκολλήσουν τον πλανήτη από τη 
λάσπη του χρόνου.

Κάπως έτσι γεννιούνται τα ανάπηρα στερεότυπα, ενός δύσοσμου εσωτερικού 
κόσμου, κάπως έτσι, οριοθετώ το περιβάλλον και βαθμολογώ τις ικανότητες.

Χτυπημένοι από την κατάρα του διαφορετικού, ένα τσούρμο άνθρωποι ζουν τον 
γολγοθά τους. Αν έχουν σπάνια τύχη και κολυμπούν σε χαρτονομίσματα, ζουν τα 
δράματα πίσω από ψηλούς τοίχους. Πορεύονται με την αξιοπρέπεια εκείνη που, 
και πάλι εμείς, της δώσαμε σχήμα και ανάσα, σε ένα κόσμο ολότελα ξένο, μα 
είναι ο δικός μας πλανήτης, των πιθηκοειδών, αν η ουρά σου δεν είναι ολόιδια 
με την δικιά μου να φύγεις και να πας αλλού. Δεν με νοιάζει, βρες μια άλλη γη, 
να σου μοιάζουν οι ιθαγενείς γειτόνοι.

Ο γολγοθάς γίνεται χειρότερος αν το καθημερινό γεμίζει με  προσφορές 
εθελοντών. Τότε πια ταυτίζεσαι με την ανημπόρια, σκίζονται τα ρούχα και 
ξεπροβάλλει το αθώο, το λάθος σώμα για μας πείσει.

Κρίμα που δεν φαίνεται το σακάτικο μυαλό, θα μας ταίριαζε ο διάφανος 
εγκέφαλος, μπροστά στα μάτια μας, ολόγυμνοι νευρώνες να αγκαλιάζονται, 
μεταδίδοντας λανθασμένες εικόνες.

Έχω ανάγκη να ταυτιστώ με τον όμοιο, να μην μοιάζω καθόλου με στραβά 
σώματα, έχω ανάγκη να πιστέψω πως ο Θεός είναι ηθοποιός, έχω ανάγκη την 
αναπηρία, για να δοξάσω τα τέλεια αντίγραφα μου.